H αιτούσα όφειλε 30.844,81 ευρώ προς τον ΟΑΕΕ και θα καταβάλλει στο ασφαλιστικό ταμείο βάσει της δικαστικής απόφασης 1.042,56 ευρώ

To Δικηγορικό γραφείο «Κώστα Τσουκαλά και Συνεργατών» εκπροσωπώντας δανειολήπτρια, η οποία είχε οφειλές σε τράπεζα και στον ΟΑΕΕ, πέτυχε την δημοσίευση της πρώτης πρωτόδικης οριστικής απόφασης, η οποία έκανε δεκτή την υπαγωγή των οφειλών σε ασφαλιστικό ταμείο στις ευνοϊκές διατάξεις του ν. 3869/2010 (νόμος Κατσέλη), απορρίπτοντας την ένσταση του ΟΑΕΕ περί αντισυνταγματικότητας του νόμου 4336/2015 (ως γνωστόν ο ΟΑΕΕ ισχυρίζεται πως δεν μπορεί να υπάρξει διαγραφή κεφαλαίου ασφαλιστικών εισφορών). Το Ειρηνοδικείο Λαυρίου διέγραψε χρέος 29.802,25 ευρώ προς τον ΟΑΕΕ, αφού από συνολική οφειλή ύψους 30.844,81 ευρώ θα καταβάλλει βάσει της δικαστικής απόφασης μόνο το ποσό των 1.042,56 ευρώ. Η απόφαση είναι εξαιρετικής σημασίας, καθώς είναι η πρώτη οριστική απόφαση που κρίνει στην ουσία το ζήτημα υπαγωγής των οφειλών σε ασφαλιστικά ταμεία στο νόμο 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε από τον ν. 4336/2015, και μάλιστα με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ανοίγει λοιπόν το δρόμο για τις υπόλοιπες δικαστικές αποφάσεις, καθώς αίρει ξεκάθαρα την όποια αμφισβήτηση περί της δυνατότητας διαγραφής κεφαλαίου (και όχι μόνο τόκων και προσαυξήσεων) των οφειλών του ΟΑΕΕ. Το Ειρηνοδικείο Λαυρίου απεφάνθη ότι όχι μόνο δεν είναι αντισυνταγματική η υπαγωγή των οφειλών από ασφαλιστικές εισφορές στο νόμο 3869/2010, αλλά επιπλέον ότι είναι επιβεβλημένη αφ’ ενός για να επιτευχθεί ο σκοπός της απαλλαγής του οφειλέτη από χρέη και η επανένταξη του στη οικονομική και κοινωνική ζωή, αφ’ ετέρου γιατί η εξαίρεση των οφειλών αυτών θα δημιουργούσε δανειστές δύο ταχυτήτων δημιουργώντας συνθήκες άνισης μεταχείρισης μεταξύ των πιστωτών. Έκρινε επίσης ότι δεν τίθεται ζήτημα οικονομικής βιωσιμότητας του ασφαλιστικού φορέα λόγω περικοπής των απαιτήσεων, αφού η είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών είναι ούτως ή άλλως επισφαλής λόγω της οικονομικής αδυναμίας των ασφαλισμένων. Ο ΟΑΕΕ προέβαλε ένσταση αντισυνταγματικότητας του νόμου ως αντικειμένου στα άρθρα 4 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος και ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Το Δικαστήριο έκρινε σχετικά ότι: « Με το ν. 4336/2015 διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3869/2010 ως προς τα δυνάμενα προς υπαγωγή χρέη, προστιθέμενης στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 περίπτωσης υπό στ. γ, κατά την οποία στο πεδίο εφαρμογής υπάγονται «γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Τα αναφερόμενα στα α’ και β’ στοιχεία πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές». Η δυνατότητα υπαγωγής πλέον των εν λόγω οφειλών, οι οποίες αρχικά δεν υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010, που είναι η απαλλαγή του οφειλέτη (υπό προϋποθέσεις) από τα χρέη του και η επάνοδός του στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, καθώς τυχόν απαλλαγή από τα χρέη προς ιδιώτες με διατήρηση των μέχρι πρότινος εξαιρουμένων χρεών (εν προκειμένω και έναντι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης) θα καθιστούσε άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος τυχόν επιτυγχανόμενη απαλλαγή του οφειλέτη, ο οποίος θα εξακολουθούσε να βαρύνεται με τα εξαιρούμενα χρέη. Η δε εξαίρεση συγκεκριμένων απαιτήσεων από το πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είχε ως συνέπεια τη δημιουργία δανειστών δύο ταχυτήτων, καθώς οι πιστωτές που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των υπολοίπων, διατηρώντας στο ακέραιο τις απαιτήσεις τους. Μάλιστα, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, και κατ’ εξαίρεση της αρχής της καθολικότητας, δίδεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να επιλέξει τη ρύθμιση που θα ακολουθήσει ως προς τις εν λόγω οφειλές, καθώς ο οφειλέτης που έχει ρυθμίσει καθ’ οποιονδήποτε τρόπο τις ανωτέρω οφειλές κάνοντας χρήση ενός άλλου θεσμικού πλαισίου (π.χ. 100 δόσεις) θα πρέπει να εγκαταλείψει την εν λόγω ρύθμιση, εφόσον επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκαν, καλούμενος ο ίδιος να σταθμίσει τυχόν επιπτώσεις που συνεπάγεται η μη προσήκουσα καταβολή των υποχρεώσεων αυτών (ειδικά όσον αφορά στις απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, πιθανότατα απώλειας συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και περίθαλψης). Κατά τα ως άνω, ουδόλως θίγεται με την εισαγωγή της ανωτέρω διάταξης η εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, όπως αυτή εξειδικεύεται στην αρχή της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου και της οικονομικής βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης με τη δημιουργία εντονότατων προβλημάτων στην οικονομική τους βιωσιμότητα, όπως ισχυρίζεται το καθ’ ου, καθώς η είσπραξη των εν λόγω οφειλών είναι λίαν επισφαλής, αν όχι αδύνατη, και οι φορείς δεν δύνανται να στηρίζουν σε αυτές τη βιωσιμότητά τους. Η περικοπή οφειλών υπερχρεωμένων ήδη πολιτών δεν στερεί τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από αναγκαίους πόρους, όταν η αβεβαιότητα είσπραξης σε σχέση με τη δυνατότητα εξοφλήσεως είναι ιδιαίτερα υψηλή. Άλλωστε, ο υπερχρεωμένος οφειλέτης ακριβώς λόγω της ιδιότητάς του δε θα μπορούσε να ανταπεξέλθει ούτως ή άλλως στις υποχρεώσεις του έναντι αυτών, συνεπώς θα οδηγείτο στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι τη συσσώρευση οφειλών μη δυνάμενων να εισπραχθούν και την απώλεια παροχών. Άλλωστε, η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η ενδεχόμενη απαλλαγή του από αυτά δεν επέρχεται αμέσως συνεπεία της αιτήσεώς του, αλλά τίθεται σειρά προϋποθέσεων, με συμμετοχή στη διαδικασία και των πιστωτών. Η δε απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη συνιστά την απόληξη μιας διαδικασίας, συνδυαζόμενη ενδεχομένως με τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Πέραν των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι η απαλλαγή του οφειλέτη από χρέη συμπεριλαμβανομένων και των οφειλών έναντι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης είναι ήδη γνωστή στο δικαιϊκό μας σύστημα, καθώς και στο θεσμό της πτώχευσης επέρχεται υπό προϋποθέσεις τέτοια απαλλαγή (άρθρο 170 παρ. 5 Ν. 3588/2007). Επιπροσθέτως, προϋφιστάμενος νόμος, ο οποίος επέφερε γενναίες περικοπές στις εν λόγω οφειλές, επιρρώνει τη θέση υπέρ της σύμφωνης με το Σύνταγμα επιλογής του νομοθέτη για υπαγωγή και των ανωτέρω οφειλών στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Η ανυπαρξία δε πλαισίου ρύθμισης συνολικά των οφειλών ενός υπερχρεωμένου προσώπου, όπως ο νόμος ορίζει, που στερείται δηλαδή πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2. του ν. 3588/2007 και έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών, τον οδηγεί σε κοινωνική περιθωριοποίηση και οικονομικό αποκλεισμό, σε αντίθεση με τις επιταγές του Συντάγματος. Άλλωστε, τέλος, υπάρχουν πλείστα παραδείγματα άλλων χωρών, με αφετηρία αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών, που διαθέτουν ήδη από μακρού ρυθμίσεις για την απαλλαγή των υπερχρεωμένων ιδιωτών από τα χρέη τους, όταν αυτοί αδυνατούν να ανταποκριθούν σε αυτά, και επίσης δικαιΐκών συστημάτων, όπου τα εν λόγω χρέη υπάγονται στις ρυθμίσεις για την απαλλαγή των υπερχρεωμένων οφειλετών από τα χρέη τους. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί αυτός ο ισχυρισμός ως νόμω αβάσιμος».

Ακολουθεί ολόκληρη η απόφαση:

 

 

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΥΡΙΟΥ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣIΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΦΑΚΕΛΟΥ: /2015

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 110 /2017

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΥΡΙΟΥ Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Λαυρίου , με την παρουσία Της γραμματέα Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 18 Νοεμβρίου 2016, για να δικάσει, την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων: ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : του και της , κατοίκου , η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσουκαλά. ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία « » που εδρεύει στην Αθήνα, οδός αρ. , νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία « OΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ », που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Αμερικής αρ. 22, νομίμως εκπροσωπούμενου το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της . Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 28 Δεκεμβρίου 2015 και με αριθ. εκθ, καταθ. /2015 αίτηση της, που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό, η οποία προσδιορίστηκε για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της και κατά την συζήτηση της στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη κρινόμενη αίτηση της, η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ιδιότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών. οφειλών της προς τους πιστωτές της, που αναφέρεται στη περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητά τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά , με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά. Με αυτό το περιεχόμενο η -κρινόμενη αίτηση αρμόδια φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, της περιφέρειας της κατοικίας της αιτούσας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 ν. 3869/2010) Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1,4,8,9 και 11 του ν. 3869/2010, όπως τα τέσσερα πρώτα ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με το ν. 4336/2015 και τα δύο από αυτά (4 και 9) μετά την εκ νέου τροποποίηση τους με το ν. 4346/2015 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Για το παραδεκτό της έχει προσκομιστεί νομίμως η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3869/2010 όπως αντικαταστάθηκε με το νόμο 4161/2013, η από 29-12-2015 υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων της περιουσίας και των εισοδημάτων της, των απαιτήσεων των πιστωτών της, κατά κεφάλαιο, τόκους κα έξοδα καθώς και την ύπαρξη μεταβιβάσεων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της κατά τη τελευταία τριετία. Περαιτέρω από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη σχετική αίτηση της αιτούσας, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών της , με απαλλαγή της από υπόλοιπα χρεών (άρθρο 13 παρ. 2 ν. 3869/2010). Παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση μετά: α) την εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση των μετεχόντων πιστωτών και επίδοση σε αυτούς των εγγράφων του άρθρου 5 παρ. 1 ν. 3869/2010. Περαιτέρω, η αίτηση στην οποία περιλαμβάνονται και τα στοιχεία του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 7, 8 και 11 του ίδιου νομού, καθόσον με βάση τα εκτεθέντα σε αυτήν περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του.νόμου, εφ' όσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη της δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της . Περαιτέρω ο ισχυρισμός των καθ’ ων, ότι η υπό κρίση αίτηση είναι αόριστη, καθόσον η αιτούσα δεν αναφέρει έκτακτα και ακραία περιστατικά που οδήγησαν στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, καθώς και την ακριβή χρονολογία ανάληψης των οφειλών της και τα ακριβή εισοδήματα της κατά τον εν λόγω χρόνο, είναι αβάσιμος, καθότι η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν καθιστά απορριπτέα ως απαράδεκτη την κρινόμενη αίτηση λόγω αοριστίας, διότι σ' αυτή, πέραν των στοιχείων που αναφέρονται στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών από τον οφειλέτη-φυσικό πρόσωπο, η αίτηση πρέπει να περιέχει και: α) κατάσταση της περιουσίας του αιτούντα και των εισοδημάτων του συζύγου της, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων της κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, στοιχεία που περιέχονται σε αυτήν ( Κρητικός, ρύθμιση ν. 3869/2010 σελ. 64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν ./64-Ανάτυπο σελ 1477) και ουδέν άλλο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα του ορισμένου της εν λόγω αίτησης. Όσον αφορά τα εισοδήματα του συζύγου της αιτούσας, η αιτούσα δηλώνει ότι βρίσκεται σε διάσταση με τον πρώην σύζυγο της εδώ και πολλά χρόνια, γεγονός που το δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει. Περαιτέρω το Δικαστήριο θα προβεί κατωτέρω στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού. Εκτός αυτού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των αρθ. 744, 745, 751 ΚΠολΔ, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλλει την ενεργό συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (αρθ. 115 παρ. 3 ΚΠολΔ) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματος αυτής (βλ. ΑΠ 131/87 ΝοΒ 36-1601-02 πλειοψηφία, ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, και Π. Αρβανιτάκη στον Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα, υπ' άρθρο 747, αριθ. 7). Στην συγκεκριμένη περίπτωση η αιτούσα αναφέρει τα εισοδήματα των τελευταίων τριών ετών καθώς και τις μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης της. Συνεπώς τα προαναφερόμενα στοιχεία από την πιστώτρια θα αποτελέσουν θέματα της αποδεικτικής διαδικασίας. Περαιτέρω, οι καθ’ ων προέβαλλαν την ένσταση εμπορικής ιδιότητας της αιτούσας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010 «Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4. για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή». Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή αυτονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ 2 παρ. 3 του ΠτΚ). Από τη ρύθμιση του νόμου αποκλείονται τα φυσικά πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν.3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωγα με το αρθρ. 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως για τους οποίους μάλιστα βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου. ΓΓ αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων τους κατά τρόπο γενικά και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του ν.3869/2010. Επομένως, κρίσιμο διάστημα για την εφαρμογή ή μη του νόμου, αποτελεί η ιδιότητα του αιτούντος οφειλέτη ως εμπόρου ή μη, βασικά, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως (Αθ. Κρητικός Ρύθμιση των οφειλών Υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ν. 3869/2010, 2014 σελ. 39). Παρά την έλλειψη ρητής στο νόμο διάταξης με την οποία εξαιρούνται του χαρακτηρισμού τους ως εμπόρων, με την έννοια του άρθρου 1 ΕμπΝ, «οι μικροέμποροι» όπως αποκαλούνται, τόσο από την επιστήμη όσο και από την νομολογία γίνεται δεκτός ο ως άνω αποκλεισμός (βλ. ΕφΑΘ 11433/1995, ΔΕΕ 1996,490, ΕιρΘηβ 18/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κρητικός, Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων, 2014, σελ. 36 επ., Βενιέρης-Κατσάς, Εφαρμογή του Ν.3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, σελ. 67 επ.). Μικροεμπορία ασκούν πρόσωπα που διενεργούν εμπορικές πράξεις κατά το ΒΔ 1835 αλλά δεν δραστηριοποιούνται σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση και κατ' ουσίαν παρέχουν προσωπική εργασία με αντίτιμο κάποια αμοιβή. Η με διαφορετική διατύπωση, είναι πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις και αποκομίζουν από αυτές κέρδος, το οποίο όμως αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού τους κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών και δραστηριότητα που ενέχει οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας, λόγω της οποίας υπάρχει κερδοσκοπική εκμετάλλευση των αγοραζόμενων υλών και της εργασίας των χρησιμοποιούμενων τρίτων προσώπων και των μηχανικών ή άλλων εγκαταστάσεων (βλ. ΕφΑΘ 5739/2002 ΕπισκΕμπΔ 2003.190, ΕφΘεσ 811/1997 ΕλλΔνη 39.162, ΕφΑΘ 10335/1981 Αρμ.36.363, ΕφΑΘ 721/1985 ΑρχΝ 36.164, ΕφΘεσ 664/1983 ΝοΒ 31.1207). Επομένως η εν λόγω ένσταση πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσία. Εξάλλου οι καθ’ ων προβάλλουν την ένσταση της δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμής της αιτούσας. Η εν λόγω ένσταση περί δόλιας περιελεύσεως σε αδυναμία πληρωμών είναι αόριστη , διότι δε νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και να προκάλεσε ο δανειολήπτης την άγνοια της επισφάλειας στους πιστωτές, πλην στην εν λόγω ένσταση δεν εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες η αιτούσα απέκρυψαν από τους πιστωτές την οικονομική της κατάσταση και το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστωτές ( στην προκειμένη /"""•-'•/ο περίπτωση τράπεζες ) έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική Λ • - Γ συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους , όπως και της αιτούσας, της οποίας οι οικονομικές συναλλαγές έγιναν με τις συγκεκριμένες Τράπεζες ( βλ. σχετ. Αθ. Γ. Κρητικός, ό.π., σελ. 44, Ειρ. Αθ. 15/2011, Ειρ.Θεσ. 5074/2011, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω προέβαλλαν την ένσταση καταχρηστικότητας του προτεινόμενου σχεδίου λόγω δυσαναλογίας στις προτεινόμενες καταβολές καθότι η αιτούσα αιτείται πολύ μικρές καταβολές, χωρίς να λάβει υπόψη της τα συμφέροντα των πιστωτών, ενώ ταυτόχρονα ζητά την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της καθώς και της λοιπής περιουσίας της. Ο ανωτέρω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος καθόσον ο νόμος αξιώνει μεν από τον οφειλέτη τη σύνταξη της αίτησης με στάθμιση των δικών του συμφερόντων και αυτών των πιστωτών, πλην όμως, ο τελευταίος δύναται να προτείνει στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 5 και μηδενικό σχέδιο πληρωμών. Σε κάθε περίπτωση αν το Δικαστήριο κρίνει μη εύλογο και αποδεκτό το σχέδιο αποπληρωμής του οφειλέτη επεμβαίνει και διαμορφώνει αυτό αποκλίνοντας από τα αιτηθέντα (βλ. Ι. Βενιέρης, Εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, έκδοση 2η, σελ. 179). Περαιτέρω ο ΟΑΕΕ μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του προέβαλε ένσταση αντισυνταγματικότητας του νόμου ως αντικείμενου στα άρθρα 4 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Με το ν. 4336/2015 διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3869/2010 ως προς τα δυνάμενα προς υπαγωγή χρέη, προστιθεμένης στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 περίπτωσης υπό στ. γ, κατά την οποία στο πεδίο εφαρμογής υπάγονται «γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α' β' και γ" πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές». Η δυνατότητα υπαγωγής πλέον των εν λόγω οφειλών, οι οποίες αρχικά δεν υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη, προκειμένου να επιτευχθεί ο προστατευτικός σκοπός των ρυθμίσεων του Ν. 3869/2010, που είναι η απαλλαγή του οφειλέτη (υπό προϋποθέσεις) από τα χρέη του και η επάνοδος του στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, καθώς τυχόν απαλλαγή από τα χρέη προς ιδιώτες με διατήρηση των μέχρι πρότινος εξαιρουμένων χρεών (εν προκειμένω και έναντι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης) θα καθιστούσε άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος τυχόν επιτύγχανα μένη απαλλαγή του οφειλέτη, ο οποίος θα εξακολουθούσε να βαρύνεται με τα εξαιρούμενα χρέη. Η δε εξαίρεση συγκεκριμένων απαιτήσεων από το πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είχε ως συνέπεια τη δημιουργία δανειστών δύο ταχυτήτων, καθώς οι πιστωτές που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των υπολοίπων, διατηρώντας στο ακέραιο τις απαιτήσεις τους. Μάλιστα, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, και κατ' εξαίρεση της αρχής της καθολικότητας, δίδεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να επιλέξει τη ρύθμιση που θα ακολουθήσει ως προς τις εν λόγω οφειλές, καθώς ο οφειλέτης που έχει ρυθμίσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τις ανωτέρω οφειλές κάνοντας χρήση ενός άλλου θεσμικού πλαισίου (π.χ. 100 δόσεις) θα πρέπει να εγκαταλείψει την εν λόγω ρύθμιση, εφόσον επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκαν, καλούμενος ο ίδιος να σταθμίσει τυχόν επιπτώσεις που συνεπάγεται η μη προσήκουσα καταβολή των υποχρεώσεων αυτών (ειδικά όσον αφορά στις απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, πιθανότητα απώλειας συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και περίθαλψης). Κατά τα ως άνω, ουδόλως θίγεται με την εισαγωγή της ανωτέρω διάταξης η εγγύηση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, όπως αυτή εξειδικεύεται στην αρχή της προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου και της οικονομικής βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής "ασφάλισης με τη δημιουργία εντονότατων προβλημάτων στην οικονομική τους βιωσιμότητα, όπως ισχυρίζεται το καθ' ου, καθώς η είσπραξη των εν λόγω οφειλών είναι λίαν επισφαλής, αν όχι αδύνατη, και οι φορείς δεν δύνανται να στηρίζουν σε αυτές τη βιωσιμότητα τους, Η περικοπή οφειλών υπερχρεωμένων ήδη πολιτών δεν στερεί τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από αναγκαίους πόρους, όταν η αβεβαιότητα είσπραξης σε σχέση με τη δυνατότητα εξοφλήσεως είναι ιδιαίτερα υψηλή. Άλλωστε, ο υπερχρεωμένος οφειλέτης ακριβώς λόγω της ιδιότητας του δε θα μπορούσε να ανταπεξέλθει ούτως ή άλλως στις υποχρεώσεις του έναντι αυτών, συνεπώς θα οδηγείτο στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι τη συσσώρευση οφειλών μη δυνάμενων να εισπραχθούν και την απώλεια παροχών. Άλλωστε, η ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη και η ενδεχόμενη απαλλαγή του από αυτά δεν επέρχεται αμέσως συνεπεία της αιτήσεως του, αλλά τίθεται σειρά προϋποθέσεων, με συμμετοχή στη διαδικασία και των πιστωτών. Η δε απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη συνιστά την απόληξη μιας διαδικασίας, συνδυαζόμενη ενδεχομένως με τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Πέραν των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι η απαλλαγή του οφειλέτη από χρέη συμπεριλαμβανομένων και των οφειλών έναντι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης είναι ήδη γνωστή στο δικαιικό μας σύστημα, καθώς και στο θεσμό της πτώχευσης επέρχεται υπό προϋποθέσεις τέτοια απαλλαγή (άρθρο 170 παρ. 5 Ν. 3588/2007). Επιπροσθέτως, προϋφιστάμενος νόμος, ο οποίος επέφερε γενναίες περικοπές στις εν λόγω οφειλές, επιρρωνύει τη θέση υπέρ της σύμφωνης με το Σύνταγμα επιλογής του νομοθέτη για υπαγωγή και των ανωτέρω οφειλών στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Η ανυπαρξία δε πλαισίου ρύθμισης συνολικά των οφειλών ενός υπερχρεωμένου προσώπου, όπως ο νόμος ορίζει, που στερείται δηλαδή πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών, τον οδηγεί σε κοινωνική περιθωριοποίηση και οικονομικό αποκλεισμό, σε αντίθεση με τις επιταγές του Συντάγματος. Άλλωστε, τέλος, υπάρχουν πλείστα παραδείγματα άλλων χωρών, με αφετηρία αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών, που διαθέτουν ήδη από μακρού ρυθμίσεις για την απαλλαγή των υπερχρεωμένων ιδιωτών από τα χρέη τους, όταν αυτοί αδυνατούν να ανταποκριθούν σε αυτά, και επίσης δικαιικών συστημάτων, όπου τα εν λόγω χρέη υπάγονται στις ρυθμίσεις για την απαλλαγή των υπερχρεωμένων οφειλετών από τα χρέη τους. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί αυτός ο ισχυρισμός ως νόμω αβάσιμος. Συνεπώς τα προαναφερόμενα στοιχεία από τους ως άνω πιστωτές , θα αποτελέσουν θέματα της αποδεικτικής διαδικασίας. Πρέπει, επομένως, η παρούσα αίτηση, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά τη καταβολή των, νομίμων τελών της συζήτησης. Από την ανωμοτί εξέταση της αιτούσας, τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η αιτούσα είναι 61 ετών σε διάσταση από το 1998 με τον σύζυγο της και μητέρα δύο ενηλίκων τέκνων ηλικίας 22 και 24 ετών. Η αιτούσα είναι άνεργη από τον Οκτώβριο 2010. Από το 2002 έως και τον Σεπτέμβριο 2010 διατηρούσε μίνι μάρκετ - κατάστημα ψιλικών, στο Αττικής. Τον Σεπτέμβριο 2010 διέκοψε την δραστηριότητα της αυτή και έκτοτε δεν έχει μπορέσει να βρει εργασία. Μέχρι τον Ιανουάριο 2014 διατηρούσε ποσοστό 5/600 στην επιχείρηση του γαμπρού της με αντικείμενο μηχανογραφικές μελέτες. Βάσει της συμμετοχής της αυτής, ήταν υποχρεωμένη σε ασφάλιση στον ΟΑΕΕ έως και τον Φεβρουάριο 2014. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει το γεγονός ότι η αιτούσα είχε συμμετοχή στην εταιρία « ΕΠΕ » του γαμπρού της, μόνο για τυπικούς λόγους και μόνο για να μπορέσει να συνταξιοδοτηθεί. Περαιτέρω όσον αφορά την πρότερη εργασία της ως ιδιοκτήτρια μίνι μάρκετ, το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι η εργασία της αυτή στηριζόταν αποκλειστικά στον προσωπικό της κόπο ήτοι στην σωματική της καταπόνηση και το κέρδος που αποκόμιζε λογιζόταν ως προϊόν του σωματικού της μόχθου. Μάλιστα τα ποσοστά κέρδους της ήταν μηδαμινά αφού οι καθαρές οικονομικές της απολαβές ανέρχονταν περίπου σε 1.500 ευρώ μηνιαίως, χωρίς να χρησιμοποιεί υπαλλήλους. Επομένως ασκούσε εμπορικές πράξεις μικρής εμβέλειας και μπορεί να χαρακτηριστεί ως μικρέμπορος. Κατά συνέπεια, δεν ενδιαφέρει αν είχε σταματήσει τις πληρωμές της, ότι σταμάτησε την επαγγελματική της δραστηριότητα, εφόσον από τα ανωτέρω χαρακτηρίζεται ως μικρέμπορος μη έχουσα πτωχευτική ικανότητα. Περαιτέρω η αιτούσα αναμένεται να πάρει σύνταξη στα 67 της χρόνια, εφόσον τακτοποιήσει τις οφειλές της στον ασφαλιστικό της φορέα τον ΟΑΕΕ. Εξάλλου η αιτούσα αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, ήτοι στις 11-3-2015 κρίθηκε από το ΚΕΠΑ ανάπηρη σε ποσοστό 67% με διάγνωση « πολλαπλούν μυέλωμα με οστεολυτικές αλλοιώσεις » και βρίσκεται σε αναμονή έγκρισης αιτήματος της για χορήγηση επιδόματος πρόνοιας αναπηρίας το οποίο όταν χορηγηθεί υπολογίζεται στο ποσό των 313 ευρώ μηνιαίως. Το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της αιτούσας, υπολογίζεται στο ποσό των 640 ευρώ, ποσό το οποίο βρίσκεται στα όρια της φτώχειας και καλύπτει με την αρωγή των θυγατέρων της. Η αιτούσα έχει : α) την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% μιας διώροφης κατοικίας στην έτους κατασκευής 1900, επιφανείας 130,80 τ.μ, το οποίο αποτελείται από ισόγεια αποθήκη 64,50 τ.μ. αντικειμενικής αξίας 25.849,04 ευρώ και πρώτο όροφο επιφάνειας 66,30 τ.μ, αντικειμενικής αξίας 10.294,20 ευρώ . Το κτίσμα αυτό βρίσκεται σε οικόπεδο 420 τ.μ. Παρακολουθήματα του ακινήτου αυτού είναι μια αποθήκη ισογείου ορόφου επιφάνειας 32,85 τ.μ. και ένας στάβλος - αποθήκη επιφάνειας 25 τ.μ. με συνολική αντικειμενική αξία 9.038,61 ευρώ, βάσει του εκκαθαριστικού του ΕΝΦΙΑ και 9.232,86 ευρώ σύμφωνα με το Φύλλο Υπολογισμού. Έτσι η συνολική αντικειμενική αξία του ακινήτου της αιτούσας είναι 45.376,10 ευρώ. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην αιτούσα με την με αρ. 117/17-11-2002 γονική παροχή από τον πατέρα της συνενώνοντας την επικαρπία με την ψιλή κυριότητα της αιτούσας. Περαιτέρω στην κυριότητα της σε ποσοστό 100% διαθέτει ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, έτους κατασκευής 1975 επιφάνειας 57 τ.μ. που βρίσκεται στην , οδός αρ. με αντικειμενική αξία ανερχόμενη στο ποσό των 48.906 ευρώ, βάσει του ΕΝΦΙΑ. Το ακίνητο αυτό αποτελεί την δευτερεύουσα κατοικία της, στην οποία έμενε μέχρι το 201.0, όπου και έφυγε οριστικά από την Αθήνα, λόγω της διακοπής της δραστηριότητας της. Τέλος είναι κυρία ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας με αρ. κυκλ. έτους 2001, 1242 κυβικών και αξία σύμφωνα με τη δήλωση Ε1 του φορολ. έτους 2014, 2.000 ευρώ. Περαιτέρω η αιτούσα από δάνεια που έλαβε και από ασφαλιστικές εισφορές που βεβαιώθηκαν (εν ευρεία εννοία) σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, έχει προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές της, τα παρακάτω χρέη τα οποία μέχρι και το έτος 2011, τα εξυπηρετούσε κανονικά. Όμως από το χρονικό σημείο εκείνο και μετά, λόγω της εκμηδένισης των εισοδημάτων της, εφόσον διέκοψε την επαγγελματική της δραστηριότητα, καθώς και της γενικότερης οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, αφού μέχρι το οικονομικό έτος 2009 οι ετήσιες αποδοχές της κυμαίνονταν μεταξύ 15.772,67 και 17.101,94 ευρώ, ενώ το οικονομικό έτος 2011 οι ετήσιες αποδοχές της ανήλθαν στο ποσό των 3.193 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 στο ποσό των 1.330 ευρώ, και από το οικονομικό έτος 2013 και πέρα οι ετήσιες αποδοχές της είναι μηδενικές, έγιναν αιτία να μην μπορεί να εξυπηρετεί τις οφειλές της, με συνέπεια να έχει ήδη περιέλθει σε αδυναμία εκπληρώσεως αυτών, χωρίς υπαιτιότητα της. Από τα παραπάνω στοιχεία κρίνεται ότι η αιτούσα έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των κατωτέρω ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Η αιτούσα έχει αναλάβει τα παρακάτω αναφερόμενα χρέη, το ύψος των οποίων καθορίζεται από τις αναλυτικές καταστάσεις οφειλών που απέστειλαν οι καθ’ ων σε αυτήν, μετά από αίτηση της τελευταίας, καθότι σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, το δικαστήριο προκειμένου να προχωρήσει στη ρύθμιση ελέγχει μόνο την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής και σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται στη παρ. 2 του άρθρου 8, η ένταξη της απαίτησης στη ρύθμιση θα γίνει με τη μορφή και το ύψος που την εισφέρει ο οφειλέτης, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα τροποποίησης του ύψους ή των δεδουλευμένων τόκων από το Δικαστήριο (βλ. Δ. Μάκρη: κατ' άρθρον Ερμηνεία του ν. 3869/2010 μ β' εκδ., σελ. 82, άρθρο 8). Συγκεκριμένα, η αιτούσα ανέλαβε από την 1). σύμβαση στεγαστικού δανείου υπ' αρ. 10210200002143886 ποσού 83.488,25 ευρώ. Το ως άνω δάνειο χορηγήθηκε το 2006 για αγορά του ακινήτου της, στην και ενεγράφη προσημείωση υποθήκης στο εν λόγω ακίνητο. Στην ίδια ως άνω Τράπεζα η αιτούσα οφείλει από σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 13.470,04 ευρώ. Τέλος στον ασφαλιστικό της φορέα ΟΑΕΕ οφείλει το ποσό των 30.844,81 ευρώ, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου 132230/26-1-2016 έγγραφο που χορήγησε στην αιτούσα, ο ανωτέρω ασφαλιστικός οργανισμός. Συνολικά δε, οφείλει το ποσό των 127.703 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα η έλλειψη της εμπορικής ιδιότητας και η κατά το ***>•<.. ' • "• άρθρο 8 παρ. 2 περιαγωγή της σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής της οφειλής της. Ειδικότερα, ως αδυναμία πληρωμής νοείται η έλλειψη ρευστότητας που απαιτείται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκριθεί στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω κι αν έχει κινητή ή άλλη περιουσία, η οποία όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί (Αθ. Κρητικός Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων 2012, σελ. 51). Η αδυναμία πληρωμών καθορίζεται με βάση τη σχέση οφειλών και παροντικής ρευστότητος, αφού ληφθεί υπόψη και η προβλεπόμενη για το εγγύς .μέλλον εξέλιξη της ρευστότητος του οφειλέτη. Εφόσον η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητα του, δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμών (Κλ. Ρούσσος, υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα). Στην περίπτωση της αιτούσας η μηνιαία ενήμερη δόση που όφειλε να καταβάλλει ανήλθε στο ποσό των 492,80 ευρώ, με δεδομένο ότι πλέον έχει μηδενικές απολαβές. Συνεπώς υπάρχει έλλειψη ρευστότητας, έλλειψη δηλαδή χρημάτων ικανών για να μπορέσει να ανταποκριθεί στο (ληξιπρόθεσμο) χρέος της. Με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 όπως ισχύει μετά την τροποποίηση από ν.4161/2013 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2. Η ρύθμιση του χρέους της αιτούσας θα γίνει με μηνιαίες καταβολές στις πιο πάνω αναφερόμενες πιστώτριες της, επί μία πενταετία η οποία θα ξεκινήσει μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης (αρθρ. 8 παρ. 2 ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθ. 16 του Ν.4161/2013.ΦΕΚ Α 143/14.6.2013). Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψιν, τις βασικές προσωπικές και οικογενειακές της ανάγκες, κρίνει ότι η μηνιαία καταβολή της θα πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 120 ευρώ, επί 36 μηνιαίες άτοκες δόσεις (άρθρο 6 παρ.3 του Ν.3869/2010), που θα αρχίζουν την 5η ημέρα του πρώτου μήνα , από τη δημοσίευση της απόφασης. Έτσι η αιτούσα με την πάροδο των τριών ετών, ήτοι 36 μηνών θα έχει καταβάλλει στους καθ’ ων το ποσό των (120Χ 36) 4.320 ευρώ. Στο ποσό αυτό συνυπολογίζεται και το ποσό που έχει καταβάλλει η αιτούσα στα πλαίσια της προσωρινής διαταγής. Ήτοι στην πρώτη αιτούσα από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου θα καταβάλλει μηνιαίως 120 : 127.803,10 ευρώ Χ 83.488,25 ) = 78,39 ευρώ και για τα τρία χρόνια 2.822,04 ευρώ. Στην ίδια ως άνω Τράπεζα, από τη σύμβαση καταναλωτικού δανείου θα καταβάλλει μηνιαίως 12,65 ευρώ και για τα τρία χρόνια 455,40ευρώ. Τέλος στον ΟΑΕΕ θα καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των 28,96 ευρώ και για τα τρία χρόνια 1.042,56ευρώ. Η παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 8 παρ.2, θα πρέπει να συνδυαστεί με αυτή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 Ν.3869/2010, με την εκποίηση δηλαδή του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, έτους κατασκευής 1975 επιφάνειας 57 τ.μ. που βρίσκεται , οδός αρ. με αντικειμενική αξία ανερχόμενη στο ποσό ποσό των 48.906 ευρώ, βάσει του ΕΝΦΙΑ καθόσον κρίνεται, ενόψει και της αντικειμενικής αξίας του πιο πάνω ακινήτου, ότι μπορεί να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την εν μέρει ικανοποίηση των πιστωτών της. Για τη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου της αιτούσας, δεν περιέχεται ειδική ρύθμιση στο Ν.3869/10. Επομένως, με βάση τη διάταξη του άρθρου 15 του νόμου αυτού θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα των άρθρων 147-150, με την επισήμανση ότι, επειδή στη διαδικασία της ρύθμισης δεν προβλέπεται το όργανο του εισηγητή, οι σχετικές αρμοδιότητες κατανέμονται ανάλογα με τη φύση των επί μέρους πράξεων και ενεργειών στο ειρηνοδικείο και τον εκκαθαριστή. Πρέπει επομένως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 148 ΠτΚ να διαταχθεί η εκποίηση του παραπάνω ακινήτου, η οποία θα γίνει με ενσφράγιστες προσφορές προς τον εκκαθαριστή (στη θέση του εισηγητή του αρθ. 149 παρ.1 ΠτΚ), καθόσον η εκποίηση με πλειστηριασμό ενώπιον του συμβολαιογράφου, θα επιβαρύνει με επιπλέον έξοδα τη διαδικασία δυσανάλογα της αξίας του εκποιουμένου. Ως ελάχιστο τίμημα ορίζεται το ποσό των 48.906 ευρώ και η τιμή πρώτης προσφοράς ίση με το ποσό αυτό (ανάλογη εφαρμογή του αρθ. 995 παρ.1 εδ. & ΚΠολΔ). Ο πλειστηριασμός θα γίνει στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου /ί^^Υί?^ και ως χρόνος διενέργειας του πρέπει να ορισθεί η πρώτη Τετάρτη του μήνα του έτους λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που απαιτείται για την ανάληψη των καθηκόντων του εκκαθαριστή και των προθεσμιών για τις απαιτούμενες δημοσιεύσεις. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η εκποίηση λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών, ο πλειστηριασμός θα επαναλαμβάνεται για τρεις ακόμη συνεχείς ανά εβδομάδα φορές, κάθε \ επομένη Τετάρτη, την ίδια ώρα και στον ίδιο τόπο και μια ακόμα Τετάρτη χωρίς άλλες διατυπώσεις σε ημερομηνία που θα απέχει τέσσερις εβδομάδες (αρθ. 150 Πτκ). Στην περίπτωση δε που δεν θα επιτευχθεί και πάλι ο πλειστηριασμός θα γίνει ελεύθερη εκποίηση του ακινήτου. Οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να υποβάλουν ενώπιον του εκκαθαριστή ενσφράγιστες προσφορές, είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπρόσωπο εφοδιασμένο με ειδικό πληρεξούσιο καθώς και τραπεζική επιταγή σε διαταγή του ιδίου του ενδιαφερομένου, ως εγγυοδοσία, για ποσό ανερχόμενο στο 1/3 της τιμής της πρώτης προσφοράς, συμψηφιστέο στο τίμημα, σε περίπτωση κατακύρωσης του ακινήτου στον ενδιαφερόμενο (αρθ. 149 παρ.1 ΠτΚ). Ο εκκαθαριστής σε 10 ημέρες από την ανάληψη των καθηκόντων του θα εκδώσει διακήρυξη περί διενέργειας δημόσιου πλειστηριασμού, με το περιεχόμενο που ορίζεται στη διάταξη του αρθ. 148 παρ. 3 ΠτΚ, η οποία θα τοιχοκολληθεί στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου και θα κοινοποιηθεί στους πιστωτές και το Δημόσιο 20 τουλάχιστον ημέρες πριν τον πλειστηριασμό. Επίσης μέσα σε προθεσμία 7 τουλάχιστον ημερών πριν τον πλειστηριασμό θα δημοσιευθεί περίληψη της διακήρυξης σε μία καθημερινή πολιτική εφημερίδα του τόπου του ακινήτου, στην οποία θα αναφέρεται η ημέρα και η ώρα του πλειστηριασμού και οι επαναλήψεις του (αρθ. 148 ΠτΚ). Ως εκκαθαριστής θα ορισθεί δικηγόρος από τον κατάλογο που έχει καταρτισθεί από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, εφόσον δεν έχει προταθεί συγκεκριμένο πρόσωπο από τους πιστωτές, ο οποίος και θα ενημερωθεί για την ανάληψη των καθηκόντων του από την Γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου με σχετική σημείωση στο αλφαβητικό αρχείο του αρθ. 13 του νόμου (αρθ.9 παρ.1 ν.3869/10 και 63 επ. ΠτΚ), που τηρείται στο Ειρηνοδικείο. Στα καθήκοντα του εκκαθαριστή περιλαμβάνεται η πρόσφορη εκποίηση του ακινήτου, η οποία θα γίνει κατά τον τρόπο που ορίζεται παραπάνω και η σύνταξη πίνακα διανομής κατ' άρθρο 153 παρ.1 ΠτΚ, ο οποίος θα κοινοποιηθεί στους πιστωτές ώστε να προβάλλουν τυχόν αντιρρήσεις τους με την ανακοπή του άρθρου 161 ΠτΚ (ανάλογης εφαρμογής δεν μπορεί να τύχει η διάταξη του άρθρου 153 παρ.2 ΠτΚ περί κήρυξης του πίνακα ως εκτελεστού και περί δημοσιεύσεων). Με βάση τον πίνακα αυτόν ο εκκαθαριστής θα προβεί στη συνέχεια στη διανομή του ποσού από την εκποίηση με την ικανοποίηση των πιστωτών κατά τη σειρά που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.1 και 3 του Ν.3869/2010, 975-977 και 1007ΚΠολΔ (βλ. ΕιρΑΘ 8/2012, ΕλλΔνη 2012.1086). Ο εκκαθαριστής δικαιούται να λάβει αντιμισθία, η οποία θα αφαιρεθεί από το διανεμόμενο ποσό (αρθ.81 και 154 ΠτΚ). Οι παραπάνω δύο ρυθμίσεις θα συνδυαστούν με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ, 2 του Ν 3869/2010, εφόσον με το αναμενόμενο προϊόν της εκποίησης του προαναφερομένου ακινήτου και τις καταβολές επί τριετία των ρυθμίσεων αυτών, δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των μετεχόντων στην δίκη πιστωτών και θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή το ποσό των (45.376,10 € Χ 80%) 36.300,80. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει τρία (3) χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, επειδή κρίνεται ότι στην αιτούσα πρέπει να παρασχεθεί περίοδος χάριτος διάρκειας τριών (3) ετών, ο δε χρόνος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού, πρέπει να οριστεί σε είκοσι χρόνια( 240 μήνες ). Η μηνιαία δόση που θα καταβάλλει η αιτούσα υπολογίζεται στο ποσό των 151,25 ευρώ. Ενόψει όμως του ότι οι απαιτήσεις της πρώτης πιστώτριας, είναι εξοπλισμένες, με εμπράγματη, ασφάλεια στο δεύτερο ακίνητο της αιτούσας, θα ικανοποιηθεί προνομιακά αυτή μέχρι εξοφλήσεως, συνυπολογιζομένου και του ποσού του εκπλειστηριάσματος, καθώς και του ποσού των 2.822,04 ευρώ που θα έχει καταβάλλει η αιτούσα για τρία έτη και το εναπομείναν ποσό θα λάβει το ΟΑΕΕ Κατόπιν τούτων, η κρινομένη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν (εφόσον δε γίνεται πλήρως δεκτό το σχέδιο που πρότεινε η αιτούσα) και να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας κατά το διατακτικό. Η απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο χρεών της, έναντι τωγ πιστωτών της, θα επέλθει κατά νόμο (αρθρ. 11 § 1 ν. 3869/2010) υπό τον όρο της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων της. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται κατά την διάταξη του αρθ. 8 § 6 του ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλίαν των διαδίκων.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Ρυθμίζει τα χρέη της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της επί μία τριετία, οι οποίες θα γίνονται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου ημερολογιακού μηνός, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης μήνα, και θα καταβάλλεται το ποσό των 120 ευρώ όπως επιμερίζεται συμμέτρως στους καθών. Διατάσσει την εκποίηση του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, έτους κατασκευής 1975 επιφάνειας 57 τ.μ. που βρίσκεται στην , οδός αρ. με αντικειμενική αξία ανερχόμενη στο ποσό ποσό των 48.906 ευρώ, βάσει του ΕΝΦΙΑ, με ελάχιστο τίμημα και τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 48.906 ευρώ. Η εκποίηση θα γίνει με ενσφράγιστες προσφορές προς τον εκκαθαριστή, τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να υποβάλουν είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπρόσωπο εφοδιασμένο με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, μαζί με τραπεζική επιταγή σε διαταγή του ιδίου του ενδιαφερομένου, ως εγγυοδοσία, για ποσό ανερχόμενο στο 1/3 της τιμής της πρώτης προσφοράς.

Ορίζεται χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού η τελευταία Τετάρτη του μηνός Μαΐου 2017 και ώρα 16:00 και τόπος το κατάστημα του Ειρηνοδικείου Λαυρίου. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η εκποίηση λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών, ο πλειστηριασμός θα επαναλαμβάνεται για τρεις ακόμη συνεχείς ανά εβδομάδα φορές, κάθε επομένη Τετάρτη, την ίδια ώρα και στον ίδιο τόπο και μια ακόμα Τετάρτη, χωρίς άλλες διατυπώσεις, σε ημερομηνία που θα απέχει τέσσερις εβδομάδες. Περίληψη της διακήρυξης περί διενέργειας δημόσιου πλειστηριασμού που θα εκδοθεί από τον εκκαθαριστή, θα τοιχοκολληθεί στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου και θα κοινοποιηθεί στους πιστωτές 20 τουλάχιστον ημέρες πριν τον πλειστηριασμό. Επίσης μέσα σε προθεσμία 7 τουλάχιστον ημερών πριν τον πλειστηριασμό θα δημοσιευθεί περίληψη της διακήρυξης σε μία καθημερινή πολιτική εφημερίδα της Αθήνας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο σκεπτικό. Ορίζει ως εκκαθαριστή το δικηγόρο Αθηνών του (Α.Μ Δ.Σ.Α) τηλ. 210 & , ο οποίο θα ενημερωθεί τηλεφωνικά για την ανάληψη των καθηκόντων της από την Γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου με σχετική σημείωση στο αλφαβητικό αρχείο που τηρείται στο Ειρηνοδικείο. Στα καθήκοντα του εκκαθαριστή περιλαμβάνεται η πρόσφορη εκποίηση του ως άνω ακινήτου, η σύνταξη πίνακα διανομής, ο οποίος θα κοινοποιηθεί στους πιστωτές και η διανομή του ποσού από την εκποίηση με την ικανοποίηση των πιστωτών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.1 του Ν.3869/10, 975-978 και 1007 ΚΠολΔ.

Εξαιρεί της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% μιας διώροφης κατοικίας του Νομού έτους κατασκευής 1900, επιφανείας 130,80 τ.μ, το οποίο αποτελείται από ισόγεια αποθήκη 64,50 τ.μ. αντικειμενικής αξίας 25.849,04 ευρώ και πρώτο όροφο επιφάνειας 66,30 τ.μ. αντικειμενικής αξίας 10.294,20 ευρώ . Το κτίσμα αυτό βρίσκεται σε οικόπεδο 420 τ.μ. Παρακολουθήματα του ακινήτου αυτού είναι μια αποθήκη ισογείου ορόφου επιφάνειας 32,85 τ.μ. και ένας στάβλος - αποθήκη επιφάνειας 25 τ.μ. με συνολική αντικειμενική αξία 9.038,61 ευρώ βάσει του εκκαθαριστικού του ΕΝΦΙΑ και 9.232,86 ευρώ σύμφωνα με το Φύλλο Υπολογισμού. Έτσι η συνολική αντικειμενική αξία του ακινήτου της αιτούσας είναι 45.376,10 ευρώ.. Επιβάλλει στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλλει για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, το συνολικό ποσό των 36.300,80 ευρώ, το οποίο και θα καταβληθεί, σε μηνιαίες δόσεις ποσού 151,25 ευρώ. Οι καταβολές αυτές θα είναι έντοκες, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, θα αρχίσουν δε, την πρώτη - ημέρα του πρώτου μήνα τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση .της παρούσας απόφασης, θα γίνονται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα και θα διαρκέσουν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών (240 μηνών).

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στο Λαύριο στις 7 Απριλίου 2017.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ