Διαγραφή 64% του χρέους και διάσωση δύο κατοικιών . Δανειολήπτρια με συνολικές οφειλές ύψους 92.369,04 ευρώ διέσωσε και την πρώτη κατοικία της επιφάνειας 197,10 τ.μ και την δευτερεύουσα οικία της επιφάνειας 77,18 τ.μ . Έκρινε ότι η εκποίηση της δευτερεύουσας κατοικίας αντικειμενικής αξίας 14.818,56 ευρώ , βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν θα προκαλέσει σημαντικό αγοραστικό ενδιαφέρον και σε κάθε περίπτωση δεν είναι (η κατοικία) επιδεκτική ρευστοποίησης. Το δικαστήριο την υποχρέωσε να καταβάλλει το ποσό των 30.652,80 ευρώ, με μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 127,72 ευρώ σε 240 μηνιαίες δόσεις (240 χρονιά Χ 12 μήνες). Στην ρύθμιση της πρώτης πενταετίας θα καταβάλλει 50 ευρώ το μήνα , δηλαδή 3.000 ευρώ σε 60 δόσεις. Συνολικά το τέλος της 25ετούς ρύθμισης θα έχει καταβάλλει 33.652,80 ευρώ ενώ όφειλε κατά την υποβολή της αίτησης 92.369,04 ευρώ και θα έχει διασώσει και την κύρια και την δευτερεύουσα κατοικία της. Το συνολικό κούρεμα του χρέους της φτάνει το 64%:

 

ΕΙΡΗΝΟΔIΚΕIO ΑΧΑΡΝΩΝ

ΔΙΑΔIΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ (Ν.3869/2010)

Αριθμός Απόφασης 120 /2017

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΧΑΡΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Δόκιμη Ειρηνοδίκη Αχαρνών και τη Γραμματέα . Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 30.11.2016 για να δικάσει την υπόθεση: Της αιτούσας: του , κατοίκου , οδός , αρ. , με ΑΦΜ: , η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Της καθ'ης η αίτηση: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία , που εδρεύει στην Αθήνα, οδός , αρ. , νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της . Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν η από 14.05.2012 αίτηση της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης δικογράφου και προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 10.02.2016, οπότε και αναβλήθηκε και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο. Αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του αντίστοιχου πινακίου και άκουσε όσα περιλαμβάνονται στα σχετικά πρακτικά.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 747 παρ. 2, 741, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αίτηση του οφειλέτη για υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, πρέπει να γίνεται αναφορά σε αυτήν: α) της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του φυσικού προσώπου που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, αναφέροντας και το επάγγελμα του, ώστε να αξιολογηθεί εάν έχει την εμπορική ιδιότητα-πτωχευτική ικανότητα, β) της κατάστασης της περιουσίας του οφειλέτη και των εισοδημάτων του ιδίου και του συζύγου του, γ) της κατάστασης των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, δ) του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών του, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών του, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη και ε) του αιτήματος υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ρύθμισης των οφειλών του, ενώ για το ορισμένο της ανωτέρω αίτησης δεν απαιτείται κάποιο άλλο στοιχείο (ΜΠρΚορινθ 187/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚοζ 398/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Λαμβάνοντας δε υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκούσιας δικαιοδοσίας, τα δημοσίας εμβέλειας συμφέροντα που εξυπηρετεί, την εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος και την ελαστικότητα των κανόνων που την διακρίνει, την δυνατότητα μεταβολής του αιτήματος, αλλά και τη συμπλήρωση του με τις προτάσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου (άρθρα 115 παρ. 3, 744, 745, 751 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνάγεται ότι δεν απαιτείται πανηγυρική διατύπωση των ανωτέρω στοιχείων και του αιτήματος, αλλά μπορούν να περιέχονται οπουδήποτε στο δικόγραφο, το οποίο θα εκτιμηθεί με ευρύτερη θεώρηση, καθώς επίσης μπορούν να συμπληρωθούν στοιχεία προς αποφυγή της πραγματικής αοριστίας (ΕιρΑλεξανδ 19/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω για την πληρότητα της αίτησης δεν χρειάζεται να αναφέρεται σε αυτή το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, το οποίο θα προκύψει από τις αποδείξεις (βλ. Αθανασίου Γ. Κρητικού, Ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, τρίτη έκδοση, εκδόσεις Σάκκαυλα 2014, σελ. 133) και θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο με βάση τα προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει και του γεγονότος ότι ο Ν. 3869/2010 δεν απαιτεί την αναφορά των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη, αλλά την παράθεση των περιουσιακών του στοιχείων και των εισοδημάτων του ιδίου και του συζύγου του. Λοιπά στοιχεία, όπως ο χρόνος ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων από τον οφειλέτη, τα αίτια της πολλαπλής δανειοδότησης-υπερδανεισμού του, οι συγκυρίες που τον οδήγησαν στην αδυναμία πληρωμής των χρεών του, η εισοδηματική κατάσταση του κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων του, καθώς και το ακριβές χρονικό σημείο από το οποίο αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητα της και αποτελούν αντικείμενο απόδειξης (ΕιρΑλεξανδ 13/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΔυμ 27/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΚαλύμνου 1/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, δεν προκύπτει ότι απαιτείται για το ορισμένο της αίτησης η αναφορά του χρόνου ανάληψης της υπό ρύθμιση οφειλής, αλλά αρκεί η επίκληση της ανάληψης της σε χρόνο, προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός του χρόνου σύναψης των εν λόγω δανειακών συμβάσεων, που μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις (ΜΠρΔράμας 336/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εάν ο πιστωτής μίας τέτοιας οφειλής, ο οποίος γνωρίζει το χρόνο ανάληψης των οφειλών έχοντας την απαιτούμενη προς τούτο υποδομή, επιθυμεί να αποκλείσει την εφαρμογή του Ν. 3869/2010 ως προς αυτήν, θα προβάλλει το σχετικό ισχυρισμό φέροντας και το βάρος απόδειξης του. Επιχείρημα υπέρ της ανωτέρω θέσης αντλείται και εκ του γεγονότος ότι στην υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων χορήγησης στους δανειολήπτες κατάστασης των οφειλών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ο νομοθέτης δεν συμπεριέλαβε και την υποχρέωση αναφοράς του χρόνου κατάρτισης των συμβάσεων ή ανάληψης των σχετικών οφειλών (ΕιρΠολυγ 64/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με την υπό κρίση αίτηση και κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, η αιτούσα επικαλούμενη έλ¬λειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών ο¬φειλών της προς την ανωτέρω πιστώτρια της και εκθέτοντας την επαγγελματική, εισοδηματική, πε¬ριουσιακή, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση της, αιτείται: α) να επικυρωθεί το προτεινόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών, β) επικουρικά, σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού να διαταχθεί η ρύθμιση των οφειλών της, γ) να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως καθ1 ύλην και κατά τόπο εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν, 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 739 ΚΠολΔ), εφόσον για το παραδεκτό της τηρήθηκε η προβλεπόμενη προδικασία και προσκομίστηκαν εμπρόθεσμα τα έγ¬γραφα, σύμφωνα με τα άρθρα 2, 4, 5 και 7 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης. Ειδικότερα: α) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβι¬βασμού, που προβλεπόταν από την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του Ν. 3869/2010 (όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης), με τη διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το Νόμο (άρθρο 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης), ο οποίος όμως απέτυχε, όπως βεβαιώνεται στην από 04.05.2012 βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού της «ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ», β) η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 05.06.2012, ήτοι μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 (όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης) από την ως άνω αναφερόμενη αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού, γ) κατατέθηκαν εμπροθέσμως στο φάκελο που τηρείται στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου τα έγγραφα του άρθρου 4 παρ. 2 & 4 του Ν. 3869/2010 (όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης), ήτοι η ως άνω αναφερόμενη βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, η υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπο¬νται στις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010, καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της στις οποίες τυχόν προέβη κατά την τελευταία τριετία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 2β' του Ν. 3869/2010 (όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης) και τα έγγραφα σχετικά με την κατάσταση της περιουσίας της, των εισοδημάτων της, των πιστωτών της και των απαιτήσεων τους και δ) απέτυχε ο δικαστικός συμβιβασμός των άρθρων 5 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 (όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης), διότι δεν έγινε δεκτό από την πιστώτρια της αιτούσας το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της (βλ. τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες παρατηρήσεις της). Επιπροσθέτως, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, κατ' άρθρο 13 του Ν. 3869/2010, διαπιστώθηκε ότι δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των οφειλών της στο παρόν Δικαστήριο ή σε άλλο Ειρηνοδικείο της Χώρας και δεν έχει εκδοθεί από¬φαση για ρύθμιση με απαλλαγή από τις οφειλές της (βλ. τη με αριθμό 148/23.01.2017 βεβαίωση της Προϊσταμένης του Τμήματος Ρύθμισης Οφειλών του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η υπό κρίση αίτηση είναι ορισμένη, απορριπτόμενης της ένστασης αοριστίας που υπέβαλε η πιστώτρια, και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8 και 9 του Ν. 3869/2010, εκτός από το αίτημα να επικυρωθεί το σχέδιο διευθέτησης οφειλών, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης οφειλών δεν αποτελεί αντικείμενο της αίτησης του άρθρου 4 παρ,1 του Ν.3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας των διαδίκων, στην περίπτωση που κανένας πι-στωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, με απόφαση του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωση του αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αίτησης στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση (ΕιρΚορ 89/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της. Η πιστώτρια, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του και με τις έγγραφες προτάσεις της και κατ' εκτίμηση τους, υπέβαλε, εκτός της ένστασης αοριστίας για την οποία έγινε μνεία ανωτέρω,: α) Την ένσταση δόλου, επικαλούμενη ότι η αιτούσα γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών της, που διαρκώς διογκώνονταν, αποτελούσε ένα ενδεχόμενο που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα και το αποδέχτηκε, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στις έγγραφες προτάσεις της. Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 1 του Ν. 3869/2010, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, β) Την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, επικαλούμενη ότι η δανειακή σύμβαση του στεγαστικού δανείου της αιτούσας εκτείνεται σε μεγάλη χρονική διάρκεια, αυτής των 36 ετών και έχει κατανεμηθεί σε 432 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις με ευνοϊκούς όρους, ώστε καλοπίστως συμπεριφερόμενη θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και ότι ως εκ τούτου η πρόταση της αιτούσας αποτελεί καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της για ρύθμιση των οφειλών της, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στις έγγραφες προτάσεις της. Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), αλλά κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της υπό κρίση αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και όχι από διατάξεις δικονομικές (ΑΠ 1006/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 392/1997 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 357/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΛαμ 65/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑλεξανδ 13/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑμαρ 447/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΚορ 121/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΣαμ 82/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά το μέρος που αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς που αφορούν στο περιεχόμενο της είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ και ««πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της. Από την ανωμοτί εξέταση της αιτούσας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του, και από την δέουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, καθώς και από εκείνα που απλώς προσκομίζονται στο Δικαστήριο χωρίς να γίνεται επίκληση τους (βλ, Αρβανιτάκη σε Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ II, εκδόσεις Σάκκουλα 2000, άρθρο 759 αρ. 1 σελ. 1507 και Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική -Νομολογιακή Ανάλυση κατ1 άρθρο, τόμος Δ', Αθήνα 1996, άρθρο 759 αρ. 5 σελ. 453), σε συνδυασμό και με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ), από τα δικαστικά τεκμήρια και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρα 741, 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αλλά και από την εν γένει διαδικασία, αποδεικνύονται τα κάτωθι: Η αιτούσα, κάτοικος , γεννηθείσα το έτος 1968, είναι έγγαμη με τον του , γεννηθέντα το έτος 1959, και έχει δύο τέκνα, γεννηθέντα το έτος 1988 και το έτος 1992 αντίστοιχα (βλ. το υττ’ αριθμ. πρωτ. 61081/30.11.2016 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου . Κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης η αιτούσα ήταν άνεργη (βλ. την υπ' αρ.πρωτ. 22/2016/000030157949/23.11.2016 βεβαίωση ΟΑΕΔ) και ο σύζυγος της ήταν επίσης άνεργος (βλ. την υπ'αριθμ. 909838 κάρτα ανεργίας ΟΑΕΔ). Κατά το χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αίτησης, η αιτούσα εργάζεται στο Δήμο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου λήγουσα την 23.06.2017 με μεικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού €586,08 ευρώ (βλ. την με ημερομηνία 21.10.2016 αναγγελία έναρξης απασχόλησης ωφελούμενου από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα κοινωφελούς χαρακτήρα) και ο σύζυγος της αιτούσας εργάζεται στο Δήμο με σύμβαση εργασίας ορϊσμένου χρόνου λήγουσα την 23.06.2017 με μεικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού €586,08 ευρώ (βλ. την με ημερομηνία 21.10.2016 αναγγελία έναρξης απασχόλησης ωφελούμενου από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα κοινωφελούς χαρακτήρα). Το συνολικό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας για το οικονομικό έτος 2005 ήταν €9.329,77, για το οικονομικό έτος 2006 ήταν €11.877,00, για το οικονομικό έτος 2007 ήταν €20.500,00, για το οικονομικό έτος 2008 ήταν €20.200,00, για το οικονομικό έτος 2009 ήταν €20.791,20, για το οικονομικό έτος 2010 ήταν €12.113,00, για το οικονομικό έτος 2011 ήταν μηδενικό, για το οικονομικό έτος 2012 ήταν €1.638,40, για το οικονομικό έτος 2013 ήταν μηδενικό, για το οικονομικό έτος 2014 ήταν €4.207,56, για το φορολογικό έτος 2014 ήταν €0,86, για το φορολογικό έτος 2015 ήταν €3.373,64 (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2005, εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2006, εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2007, εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2008, εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2009, εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2010, εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2011, εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2012, εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2013, εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2014, εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2014, εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2015). Επιπρόσθετα, η αιτούσα έχει τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία: α) τη ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 100% επί ενός διαμερίσματος, ισόγειου ορόφου, κείμενου , οδός , αρ. επιφάνειας 98,55 τ.μ. με βοηθητικούς χώρους επιφάνειας 98,55 τ.μ., έτους κατασκευής 2001, αντικειμενικής αξίας €38.316,24 ευρώ, β) τη ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 100% επί ενός διαμερίσματος, πρώτου ορόφου, κείμενου , οδός αρ. , επιφάνειας 77,18 τ.μ., έτους κατασκευής 2001, αντικειμενικής αξίας €14.818,56 ευρώ (βλ. αντίγραφο του υπ' αριθμ. συμβολαίου της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αττικής του , αντίγραφο του με ημερομηνία 05.11.2002 πιστοποιητικού του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών περί μεταγραφής του υπ" αριθμ. συμβολαίου της συμβολαιογράφου Περιστερίου , βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης, όπως έχει δηλωθεί έως την 22.11.2016, δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. έτους 2016). Το διαμέρισμα ισόγειου ορόφου, κείμενου στα , οδός αρ. , επιφάνειας 98,55 τ.μ. με βοηθητικούς χώρους επιφάνειας 98,55 τ.μ., έτους κατασκευής 2001, το οποίο ανήκει στη ψιλή κυριότητα της αιτούσας κατά ποσοστό 100%, χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της αιτούσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της υπό κρίση αίτησης, μη υπάρχοντος αντίθετου ισχυρισμού της καθ' ης η αίτηση πιστώτριας, είχε αναλάβει έναντι της καθ' ης η αίτηση πιστώτριας τις κάτωθι οφειλές, οι οποίες θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους, πλην των οφειλών που είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6, παρ. 3 Ν. 3869/2010), ήτοι: α) οφειλή εκ της υπ' αριθμ. σύμβασης στεγαστικού δανείου, η οποία είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη και στις 11.01.2016 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €91.556,63 ευρώ, β) οφειλή εκ της υπ' αριθμ. πιστωτικής κάρτας, η οποία στις 11.01.2016 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €812,41 ευρώ (βλ. την ΑΠ,; /15.01.2016 κατάσταση οφειλών της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία . Ενόψει των ως άνω εκτεθέντων, καθίσταται σαφές ότι εξαιτίας της μείωσης των οικογενειακών εισοδημάτων της αιτούσας σε συνδυασμό με την αντιστρόφως ανάλογη αύξηση του κόστους ζωής και των δαπανών διαβίωσης της ιδίας και της οικογένειας της, αδυνατεί αυτή να ανταπεξέλθει στην κάλυψη των ληξιπρόθεσμων δανειακών της υποχρεώσεων προς την καθ' ης η αίτηση πιστώτρια της. Συνεπεία των ανωτέρω, η σχέση ρευστότητας της αιτούσας προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της, αφού ληφθούν υπόψη και οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογένειας της, είναι αρνητική, υπό την έννοια ότι η ρευστότητα της δεν της επιτρέπει, να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της και συνάμα στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών της, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών δεν αναμένεται να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον, καθόσον οι μηνιαίες ανάγκες δεν προβλέπεται να περιοριστούν. Τούτων λεχθέντων, καθίσταται σαφές ότι συντρέχει, στην προκειμένη περίπτωση, μόνιμη και γενική αδυναμία της αιτούσας για την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η αιτούσα πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθώς πρόκειται για φυσικό πρόσωπο που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα και έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της. Παράλληλα, δεν αποδείχθηκε από την καθ' ης η αίτηση πιστώτρια ότι η αιτούσα με τις πράξεις ή παραλείψεις της επεδίωκε την αδυναμία των πληρωμών της ή προέβλεψε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαξε συμπεριφορά αποδεχόμενη το αποτέλεσμα αυτό. Επομένως, η αδυναμία αυτή της αιτούσας δεν οφείλεται σε δόλο, όπως προέβαλε η καθ ης η αίτηση πιστώτρια, και ως εκ τούτου η ένσταση της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ1 ουσίαν. Περαιτέρω, η υποβληθείσα από την πιστώτρια ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, διότι η επιδίωξη για ρύθμιση των οφειλών της αιτούσας υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκηση αυτού του δικαιώματος της δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του Ν. 3869/2010 και δεν ασκείται άσκοπα, αλλά σύμφωνα με το σκοπό των διατάξεων του και σύμφωνα με τους ηθικούς κανόνες που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου.

Κατόπιν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και τη ρύθμιση των οφειλών της σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4161/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Ν. 4161/2013 και το άρθρο 2 παρ. 5 της ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, που προβλέπει μηνιαίες καταβολές για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, η ρύθμιση των οφειλών της αιτούσας θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας προς την καθ' ης η αίτηση πιστώτρια της, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και αφού ληφθούν υπόψη τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα η ηλικία της αιτούσας, η επαγγελματική, εισοδηματική, περιουσιακή και οικογενειακή κατάσταση της, το μηνιαίο κόστος των βιοτικών αναγκών της και το ύψος των οφειλών της, η μηνιαία καταβολή της αιτούσας προς την καθ' ης η αίτηση πιστώτρια της πρέπει να οριστεί στο ποσό των πενήντα ευρώ (50,00€) για χρονικό διάστημα πέντε ετών (60 μήνες), το οποίο κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι εύλογο και δύναται να διαθέσει η αιτούσα. Το ανωτέρω ποσό θα καταβάλλεται από την αιτούσα εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης, συμμέτρως διανεμόμενο προς τις απαιτήσεις της καθ' ης πιστώτριας της, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αυτές αναφέρθηκαν ανωτέρω, ήτοι: α) για την απαίτηση εκ της υπ' αριθμ. σύμβασης στεγαστικού δανείου, ποσού €91.556,63 ευρώ, η αιτούσα θα καταβάλει μηνιαίως το ποσό των €49,56 ευρώ και συνολικά το ποσό των €2,973,60 (=€49,56 Χ 60 μήνες) ευρώ, β) για την απαίτηση εκ της υπ' αριθμ. πιστωτικής κάρτας €812,41 ευρώ, η αιτούσα θα καταβάλει μηνιαίως το ποσό των €0,44 ευρώ και συνολικά το ποσό €26,40 (=€0,44 Χ 60 μήνες) ευρώ. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος αυτής της ρύθμισης και εκ του συνόλου των οφειλών της αιτούσας προς την καθ' ης πιστώτρια της, που ανέρχεται στο ποσό των €92.369,04 ευρώ, η απούσα θα έχει καταβάλλει συνολικά στην πιστώτρια της το ποσό των €3.000,00 (= €2.973,60 + €26,40) ευρώ, ήτοι το υπόλοιπο των οφειλών της προς την πιστώτρια της θα ανέρχεται συνολικά στο ποσό των €89.369,04 ευρώ (= €92.369,04 ευρώ -€3.000,00 ευρώ). Εφόσον δε με τις καταβολές επί πενταετία της αιτούσας δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων της πιστώτριας της και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, ήτοι του διαμερίσματος ισόγειου ορόφου, κείμενου , οδός , αρ. , επιφάνειας 98,55 τ.μ. με βοηθητικούς χώρους επιφάνειας 98,55 τ.μ., έτους κατασκευής 2001, αντικειμενικής αξίας €38.316,24 ευρώ, του οποίου έχει την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 100% (βλ. δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων για το έτος 2016), η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010 ρύθμιση, η οποία εφαρμόζεται ανεξαρτήτως των οικονομικών δυνατοτήτων της αιτούσας που λαμβάνονται υπόψη μόνο για τον καθορισμό του ύψους των οριζόμενων καταβολών και της χρονικής διάρκειας της ρύθμισης [ΑΠ 1226/2014 (Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)], με σταδιακές καταβολές, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία αυτής, αφού μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος, η εξαίρεση αυτή είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (βλ. Αθ. Κρητικό "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" β' έκδοση, σελ. 148) και θα οριστούν μηνιαίες καταβολές για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, για την οποία η αιτούσα θα πρέπει να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής.

Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, η αιτούσα για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της θα πρέπει να καταβάλει το ποσό των €30.652,99 [=€38.316,24 Χ 80%] ευρώ πλέον τόκων. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και χωρίς ανατοκισμό, θα ξεκινήσει πέντε (5) έτη μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης, καθόσον κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί στην αιτούσα περίοδος χάριτος διάρκειας πέντε (5) ετών, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί, λαμβανομένης υπ" όψιν του συνόλου των οφειλών της αιτούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας αυτής, σε είκοσι (20) έτη με καταβολές που θα ανέρχονται στο ποσό των €127,72 ευρώ μηνιαίως (€30.652,99/240 μήνες). Από τις καταβολές της αιτούσας για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της θα ικανοποιηθεί προνομιακά η απαίτηση της καθ' ης η αίτηση πιστώτριας εκ της υπ' αριθμ. σύμβασης στεγαστικού δανείου, η οποία είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη. Επιπροσθέτως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση του άρθρου 9 παρ, 1 του Ν. 3869/2010 το κάτωθι περιουσιακό στοιχείο της αιτούσας: η ψιλή κυριότητα της κατά ποσοστό 100% επί ενός διαμερίσματος, πρώτου ορόφου, κείμενου , οδός , αρ. , επιφάνειας 77,18 τ.μ., έτους κατασκευής 2001, αντικειμενικής αξίας €14.818,56 ευρώ διότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λαμβανομένων υπόψη των σημερινών συνθηκών της αγοράς ακινήτων και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (ενδεικτικά αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων), η προσφορά του προς εκποίηση δεν θα προκαλέσει ιδιαίτερο αγοραστικό ενδιαφέρον και σε κάθε περίπτωση δεν είναι επιδεκτικό ρευστοποίησης κατά τρόπο που να παρέχει προσδοκία απολήψεως ανάλογου ανταλλάγματος.

Κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της και να ρυθμιστούν οι οφειλές της αιτούσας κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, Η δε απαλλαγή της αιτούσας από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής της έναντι της πιστώτριας της, θα επέλθει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με μεταγενέστερη αίτηση της που κοινοποιείται στην πιστώτρια της και η οποία θα υποβληθεί στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από την αιτούσα των υποχρεώσεων που της επιβάλλονται με την απόφαση αυτή. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Ρυθμίζει τις οφειλές της αιτούσας προς την καθ' ης η αίτηση πιστώτρια της με την υποχρέωση της αιτούσας να καταβάλει μηνιαίως το ποσό των πενήντα (€50,00) ευρώ για χρονικό διάστημα πέντε ετών (60 μήνες) εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την δημοσίευση της παρούσας, συμμέτρως διανεμόμενο προς τις απαιτήσεις της καθ' ης η αίτηση πιστώτριας, ως ειδικότερα ορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Εξαιρεί από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι τη ψιλή κυριότητα της κατά ποσοστό 100% επί ενός διαμερίσματος, ισόγειου ορόφου, κείμενου , οδός αρ. , επιφάνειας 98,55 τ.μ. με βοηθητικούς χώρους επιφάνειας 98,55 τ.μ., έτους κατασκευής 2001. Υποχρεώνει την αιτούσα να καταβάλει μηνιαίως προς την καθ' ης η αίτηση πιστώτρια της για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της το ποσό των εκατόν είκοσι επτά ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (€127,72) για είκοσι (20) έτη (240 μήνες). Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα πραγματοποιείται εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός και θα ξεκινήσουν την πρώτη μέρα του πρώτου μήνα πέντε (5) έτη μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης και η εξυπηρέτηση της οφειλής αυτής θα γίνει εντόκως με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και χωρίς ανατοκισμό. Εξαιρεί από την εκποίηση τη ψιλή κυριότητα της αιτούσας κατά ποσοστό 100% επί ενός διαμερίσματος, πρώτου ορόφου, κείμενου , οδός αρ. , επιφάνειας 77,18 τ.μ., έτους κατασκευής 2001.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού στις Αχαρνές, την 4/4/2017 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.

Η ΔΟΚΙΜΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ