Διαγραφή 68% του χρέους και διάσωση ακίνητης περιουσίας-πρώτης κατοικίας. Ζευγάρι δανειοληπτών με συνολικές οφειλές ύψους 74.767,31 ευρώ διέσωσε και την πρώτη κατοικία της επιφάνειας 64,20 τ.μ .Το δικαστήριο τους υποχρέωσε να καταβάλλουν το ποσό των 11.856,45 ευρώ έκαστος ,συνολικά 23.712,90 ευρώ με μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 49,40 ευρώ έκαστος ,συνολικά 98,80 ευρώ σε 240 μηνιαίες δόσεις (20 χρονιά Χ 12 μήνες). Για τα πρώτα δύο έτη όρισε μηδενικές καταβολές . Συνολικά στο τέλος της 20ετούς ρύθμισης θα έχουν καταβάλλει 23.712,90 ευρώ ενώ όφειλαν κατά την υποβολή της αίτησης 74.767,31 ευρώ και θα έχουν διασώσει την κύρια κατοικία τους . Το συνολικό κούρεμα του χρέους της φτάνει το 68% του συνολικού χρέους:

  

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

Αριθμός απόφασης 1381/2016

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών , την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη γραμματέα . Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 12.10.2016 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α' αίτηση: Της αιτούσας: του και της , κατοίκου , οδός αρ. η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Της μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας, η οποία κατέστη διάδικος μετά τη νόμιμη κλήτευση της [άρθρα 5 ν. 3869/2010 και 748 παρ, 2 ΚΠολΔ], και παρίστανται ως εξής: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία « » που εδρεύει στην Αθήνα (οδ. αρ. ) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Β* αίτηση: Του αιτούντος: του και της , κατοίκου , οδός αρ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Της μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας, η οποία κατέστη διάδικος μετά τη νόμιμη κλήτευση της [άρθρα 5 ν, 3869/2010 και 748 παρ. 2 ΚΠολΔ], και παρίστανται ως εξής: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία « » που εδρεύει στην Αθήνα (οδ. αρ. ) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της , Η πρώτη αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 21-05-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου /2015 αίτηση της η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο. Ο δεύτερος αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η από 21-05-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου /2015 αίτηση του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους. Το Δικαστήριο μετά την εκφώνηση των άνω υποθέσεων από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής τους σε αυτό

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 741 του ίδιου Κώδικα, τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781 του ιδίου κώδικα, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι: από 21-05-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου /2015 και από 21-05-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου /2015 αιτήσεις ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, που υποβάλλουν έκαστος των συζύγων οι οποίοι έχουν μία κοινή δανειακή υποχρέωση και κοινές βιοτικές συνθήκες. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η ένωση και η συνεκδίκαση των αιτήσεων, οι οποίες υπάγονται στην ίδια διαδικασία, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και λόγω του ότι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (αρθρ. 246 ΚπολΔ). Με την πρώτη (αρ. έκθ. κατάθ. /2015) αίτηση, η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τη μετέχουσα πιστώτρια Τράπεζα ζητεί να επικυρωθεί το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της, άλλως τη ρύθμιση των χρεών της, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση του περιγραφόμενου στην αίτηση ακινήτου το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικίας της, η οποία ανήκει σ5 αυτή κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% , σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά. Τέλος ζητεί να αναγνωρισθεί ότι, με την τήρηση από αυτή της δικαστικής ρυθμίσεως των οφειλών της, θα απαλλαγεί από το υπόλοιπο των χρεών της προς την πιστώτρια της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση εισάγεται παραδεκτώς και αρμοδίως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, της περιφέρειας της κατοικίας της αιτούσας (αρθ. 3 Ν. 3869/2010), εφόσον: ι) αντίγραφο της αιτήσεως επιδόθηκε στην καθ' ης πιστώτρια, εντός δεκαπέντε ημερών από την κατάθεση της αίτησης, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 5 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως το αρθ. 5 αντικαταστάθηκε από το αρθ. 13 του Ν. 4161/2013 β) δεν επιτεύχθηκε προδικαστικός συμβιβασμός και επικύρωση αυτού, κατά την ορισθείσα από τον Ειρηνοδίκη ημέρα επικύρωσης, ήτοι την 14/10/2015 και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτηση της για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο, κατ" άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 3869/2010. Περαιτέρω, η αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της (άρθ, 216 ΚΠολΔ και 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010), ήτοι: α) κατάσταση της περιουσίας της αιτούσας και των εισοδημάτων της, β) κατάσταση των πιστωτών της και των απαιτήσεων τους, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, και κανένα άλλο στοιχείο δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου της. Επομένως, ο αντίθετος ισχυρισμός που υπέβαλε η καθ ης, περί αοριστίας αυτής, πρέπει να απορριφθεί εφόσον τα επικαλούμενα από αυτή στοιχεία θα αποτελέσουν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας. Τέλος, η αίτηση, είναι νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, όπως τα άρθ. 4 και 5 αντικαταστάθηκαν από τα άρθ. 12 και 13 του Ν. 4161/2013, 6 παρ. 3, 8, 9, όπως τα τελευταία άρθρα (8 και 9) τροποποιήθηκαν με τα άρθ. 16 και 17 του Ν. 4161/2013, αντίστοιχα, και Π του ν. 3869/2010. Το αίτημα, όμως, αυτής να επικυρωθεί το σχέδιο διευθετήσεως, κατ5 άρθρο 7 του Ν. 3869/2010, είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου αυτού από τους διαδίκους, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο (7 του Ν. 3869/2010), δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας αυτών, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθετήσεως οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης, αφού διαπιστώσει την, κατά τα ανωτέρω, επίτευξη συμβιβασμού, με απόφαση του, επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο, από την επικύρωση του, αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση, δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές τους και, συνεπώς, το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, το αίτημα αυτής να αναγνωρισθεί ότι, με την τήρηση και την προσήκουσα εκτέλεση της δικαστικής ρυθμίσεως των χρεών του, ο αιτών απαλλάσσεται από το υπόλοιπο αυτών, ασκείται πρόωρα και χωρίς να πληρούνται οι προς τούτο προϋποθέσεις, για το λόγο, δε, αυτό θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, το αίτημα απαλλαγής από κάθε υπόλοιπο οφειλής αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αιτήσεως του οφειλέτη-αιτούντος, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από αυτόν όλων των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του άρθ. 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Η αίτηση για απαλλαγή από τα υπόλοιπα χρεών κοινοποιείται στους πιστωτές (αρθ. 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010) και επ' αυτής το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση, με την οποία πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη !από το υπόλοιπο των οφειλών. Εφόσον, λοιπόν, δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και της πιστώτριας της, πρέπει η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Με τη δεύτερη (αρ. έκθ. κατάθ. /2015) αίτηση, η όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε και συμπληρώθηκε, με δήλωση του αιτούντος στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, και αναφορά στις προτάσεις του (αρθ. 236 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το αρθ. 22 παρ. 5 του Ν. 3994/2011, αρθ. 741 και 751 ΚΠολΔ), ο αιτών σύζυγος της πρώτης αιτούσας επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς την μετέχουσα πιστώτρια Τράπεζα ζητεί να επικυρωθεί το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του άλλως τη ρύθμιση των χρεών του, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση του περιγραφόμενου στην αίτηση ακινήτου το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικίας του, η οποία ανήκει σ' αυτόν κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% , σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά. Επίσης ζητεί να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση το περιγραφόμενο στην αίτηση ΙΧΕ οχήματος του. Τέλος, να αναγνωρισθεί ότι, με την τήρηση από αυτήν της δικαστικής ρυθμίσεως των οφειλών του, θα απαλλαγεί από το υπόλοιπο των χρεών του προς τους πιστωτές του. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αίτηση εισάγεται παραδεκτώς και αρμοδίως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, της περιφέρειας της κατοικίας του αιτούντος (αρθ. 3 Ν. 3869/2010), εφόσον: ι) αντίγραφο της αιτήσεως επιδόθηκε στην καθ' ης πιστώτρια, εντός δεκαπέντε ημερών από την κατάθεση της αίτησης, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 5 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως το αρθ. 5 αντικαταστάθηκε από το άρθ, 13 του Ν. 4161/2013 β) δεν επιτεύχθηκε προδικαστικός συμβιβασμός και επικύρωση αυτού, κατά την ορισθείσα από τον Ειρηνοδίκη ημέρα επικύρωσης και γ) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση των χρεών του στο Δικαστήριο αυτό ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτηση του για ουσιαστικούς λόγους, όπως διαπιστώθηκε μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο, κατ' άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 3869/2010. Περαιτέρω, η αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον προσδιορισμό του αντικειμένου της (αρθ. 216 ΚΠολΔ και 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010), ήτοι: α) κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των εισοδημάτων του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, και κανένα άλλο στοιχείο δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου του. Επομένως, ο αντίθετος ισχυρισμός που υπέβαλε η καθ ης, περί αοριστίας αυτής, πρέπει να απορριφθεί εφόσον τα επικαλούμενα από αυτή στοιχεία θα αποτελέσουν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας. Τέλος, η αίτηση, είναι νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, όπως τα αρθ. 4 και 5 αντικαταστάθηκαν από τα αρθ. 12 και 13 του Ν. 4161/2013, 6 παρ. 3, 8, 9, όπως τα τελευταία άρθρα (8 και 9) τροποποιήθηκαν με τα αρθ. 16 και 17 του Ν. 4161/2013, αντίστοιχα, και 11 του ν. 3869/2010. Το αίτημα, όμως, αυτής να επικυρωθεί το σχέδιο διευθετήσεως, κατ' άρθρο 7 του Ν. 3869/2010, είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου αυτού από τους διαδίκους, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο (7 του Ν. 3869/2010), δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αλλά νόμιμη συνέπεια της ελεύθερης συμφωνίας αυτών, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθετήσεως οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης, αφού διαπιστώσει την, κατά τα ανωτέρω, επίτευξη συμβιβασμού, με απόφαση του, επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο, από την επικύρωση του, αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση, δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους ή τους πιστωτές τους και, συνεπώς, το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, το αίτημα αυτού να αναγνωρισθεί ότι, με την τήρηση και την προσήκουσα εκτέλεση της δικαστικής ρυθμίσεως των χρεών του, ο αιτών απαλλάσσεται από το υπόλοιπο αυτών, ασκείται πρόωρα και χωρίς να πληρούνται οι προς τούτο προϋποθέσεις, για το λόγο, δε, αυτό θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, το αίτημα απαλλαγής από κάθε υπόλοιπο οφειλής αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης αιτήσεως του οφειλέτη-αιτούντος, η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση από αυτόν όλων των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του αρθ. 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010. Η αίτηση για απαλλαγή από τα υπόλοιπα χρεών κοινοποιείται στους πιστωτές (αρθ. 11 παρ. 1 του Ν, 3869/2010) και επ' αυτής το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση, με την οποία πιστοποιεί την απαλλαγή του οφειλέτη από το υπόλοιπο των οφειλών. Εφόσον, λοιπόν, δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του αιτούντος και της πιστώτριας του, πρέπει η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από την κατάθεση του αιτούντος της δεύτερης αίτησης που περιέχεται στα πρακτικά της δίκης από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων (αρ. 744 ΚΠολΔ) και την επ' ακροατηρίου προφορική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι αιτούντες είναι σύζυγοι, κατοικούν στην Αθήνα, σε ιδιόκτητη κατοικία, κι έχουν τρία ανήλικα τέκνα ηλικίας 11 ετών τα δίδυμα και 13 ετών το μεγαλύτερο αντίστοιχα. Η πρώτη αιτούσα, γεννηθείσα το έτος 1980 δεν εργαζόταν ούσα επιφορτισμένη με την ανατροφή των τριών τέκνων της στηριζόμενη στα εισοδήματα του συζύγου της τα οποία επαρκούσαν για τη διαβίωση τους και της εξυπηρέτηση της δανειακής τους υποχρέωσης. Ήδη από 21.4.2015 είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ. Ο δεύτερος αιτών, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1970 είναι άνεργος από τον Μάρτιο του έτους 2012 καθώς τότε εντοπίζεται η τελευταία επαγγελματική του δραστηριότητα ενώ από τις 23.9.2013 είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ. Μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2014 λάμβανε επίδομα ανεργίας ύψους 500 ευρώ μηνιαίως, Μέχρι το έτος 2010 εργαζόταν σταθερά ως οικοδόμος, στη συνέχεια όμως λόγω της κρίσης που επηρέασε τον κλάδο καθώς διεκόπη κάθε οικοδομική ή κατασκευαστική δραστηριότητα στη χώρα με αποτέλεσμα έκτοτε η ειδικότητα του να είναι άνευ αντικειμένου εργασίας. Από την παράθεση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων και των δηλώσεων φορολογίας που προσκομίζουν οι αιτούντες προκύπτει ότι το εισόδημα του δεύτερου αιτούντος στο οποίο στηριζόταν η διαβίωση της οικογένειας του, το οικονομικό έτος 2007 ήταν 14.273,60 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 ήταν 15.069 ευρώ, το οικονομικό έτους 2009 ήταν 11.786, 17 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 13.745,59 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 10.707,69 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 σε 9.777 ευρώ (3.913 αποδοχές + αυτοτελές φορολογούμενο ποσό 5.858 ευρώ), το οικονομικό έτος 2013 ανήλθε σε 7.982,80 ευρώ (ήτοι 5.177,20 ετήσιες αποδοχές +2.104,80 ευρώ επίδομα ανεργίας +αυτοτελές φορολογούμενο ποσό 700,80 ευρώ), το οικονομικό έτος 2014 σε 6.131,30 ευρώ (ήτοι 3.052, 79 ετήσιες αποδοχές+3.072,30 επίδομα ανεργίας+6,21 αυτοτελές φορολογούμενο ποσό), το φορολογικό έτος 2014 σε 1.420,16 (2,16+ 1.418,76 επίδομα ανεργίας) και το φορολογικό έτος 2015 σε 1.830,44 ευρώ. Όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) του έτους 2016 οι αιτούντες είναι συνδικαιούχοι από κοινού και αδιαίρετα σε ποσοστό 1/2 ο καθένας ενός διαμερίσματος ισογείου ορόφου , έτους κατασκευής 1970, επιφάνειας κυρίων χώρων 64,20 τ. μ. που βρίσκεται στον επί της οδού αριθμ. , Η αντικειμενική αξία του δικαιώματος των αιτούντων επί του άνω διαμερίσματος του οποίου ζητείται η εξαίρεση από τη ρευστοποίηση επειδή πρόκειται για την κύρια κατοικία τους, ανέρχεται στο ποσό των 14.820,57 € για τον καθένα (ήτοι 29,641,14 € η αξία του όλου ακινήτου). Επίσης ο δεύτερος αιτών είναι ιδιοκτήτης του με αρ. κυκλ. Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας Opel vectra 1.598 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1997, η εμπορική αξία του οποίου αποτιμάται στο ποσό των 3.500 €. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες δεν διαθέτουν σήμερα κανένα άλλο ακίνητο ή κινητό περιουσιακό στοιχείο. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης οι αιτούντες είχαν αναλάβει το παρακάτω χρέος, το οποίο τόσο κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμο και του οποίου ο εντοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο εκδόσεως της παρούσας απόφασης καθώς πρόκειται για εμπράγματος ασφαλισμένο στεγαστικό δάνειο (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Η ληξιπρόθεσμη οφειλή τους προς την καθ' ης σύμφωνα με την επικαιροποιημένη από 26/9/2016 βεβαίωση της παριστάμενης καθ ης ανέρχεται σε 74.767,31 € και προέρχεται από την υπ' αριθμ. σύμβαση στεγαστικού δανείου. Η απαίτηση αυτή είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης (α σειράς) επί του ακίνητου περιουσιακού στοιχείου των αιτούντων που χρησιμοποιούν ως κύρια κατοικία τους . Οι αιτούντες έλαβαν από κοινού στεγαστικό δάνειο το 2008 για την αγορά της κύριας κατοικίας τους. Κατά το χρόνο ανάληψης της επίδικης δανειακής υποχρέωσης οι αιτούντες είχαν τη δυνατότητα αποπληρωμής αυτού με βάσει τα παραπάνω αναφερθέντα εκκαθαριστικά του σημειώματα (οικονομικό έτος 2008 15.069 ευρώ) καθότι το μηνιαίο τους εισόδημα ανερχόταν περίπου στο ποσό των 1.300 ευρώ και η μηνιαία δόση αποπληρωμής του δανείου είχε οριστεί αρχικά σε 410 ευρώ και μετά την τριετία λόγω σταθεροποίησης του επιτοκίου σε 272 ευρώ. Το δάνειο αυτό . εξυπηρετούνταν κανονικά έως και το έτος 2014 παρά τη σταδιακή μείωση των εισοδημάτων του δεύτερου αιτούντος ήδη από το έτος 2011 επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή φερεγγυότητα. Έκτοτε το οικογενειακό τους εισόδημα μειώθηκε δραματικά, κυρίως λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης από τον δεύτερο αιτούντα οποιασδήποτε εργασίας στον χώρο της οικοδομής οπότε είναι εμφανής από τότε η οικονομική αδυναμία να ανταπεξέλθουν με δικές τους δυνάμεις στην εξυπηρέτηση του χρέους. Μέχρι τα τέλη του 2014 όσες καταβολές έγιναν προήλθαν από το οικονομικό απόθεμα που είχαν σχηματίσει κατά τα προηγούμενα έτη, αφού το εισόδημα που δηλώθηκε για το 2014 ήταν χαμηλό. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η πρώτη αιτούσα είχε ποτέ ικανό εισόδημα, τέτοιο που να της επιτρέπει να είναι (αυτοτελώς) συνεπής με τη δανειακή υποχρέωση που ανέλαβε γεγονός που έλαβε ασφαλώς υπόψη της και η καθ' ης κατά τη χορήγηση του δανείου, ζητώντας της να προσκομίσει την (κοινή) συζυγική φορολογική δήλωση, καθιστάμενη έτσι από τότε απολύτως ενήμερη των οικονομικών δυνατοτήτων της πρώτης αιτούσας. Η απώλεια εργασίας του δεύτερου αιτούντος υπό την έννοια της κατάρρευσης κάθε οικοδομικής δραστηριότητας η οποία οδήγησε στη μείωση των ετησίων εισοδημάτων του από 15.069 ευρώ κατά το έτος 2008 στο ποσό των 1.800 ευρώ κατά το έτος 2015 ήταν ο κύριος λόγος που οδήγησε τους αιτούντες σε αδυναμία πληρωμής. Περαιτέρω, η οικονομική τους κατάσταση δεν αναμένεται να βελτιωθεί αισθητά στο μέλλον, το δε εκτιμώμενο ελάχιστο μηνιαίο κόστος διαβίωσης της πενταμελούς οικογένειας των αιτούντων για την αντιμετώπιση των προσωπικών και οικογενειακών τους αναγκών (διατροφή, θέρμανση, ΔΕΗ, ύδρευση, εφορία), ανέρχεται σήμερα κατά την εύλογη εκτίμηση του Δικαστηρίου σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 1.200 ευρώ περίπου μηνιαίως, ποσό που βρίσκεται σήμερα σε επίπεδα ανεκτά από άποψη αξιοπρεπούς διαβίωσης. Επομένως κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στο νόμο, βρίσκονταν δηλαδή σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους στην οποία περιήλθαν από το 2014 χωρίς υπαιτιότητα αφού δεν πρόκειται για περίπτωση υπερδανεισμού αφού η μοναδική τους υποχρέωση προκύπτει από στεγαστικό δάνειο ούτε η αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους οφείλονται σε δόλο, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης της καθ ης ενώ η προσπάθεια τους να ρυθμίσουν τα χρέη τους δεν περιέχει κανένα στοιχείο καταχρηστικής συμπεριφοράς. Σύμφωνα λοιπόν με όσα αποδείχθηκαν, με βάση τα σημερινά δεδομένα, οι αιτούντες αδυνατούν να είναι συνεπείς με την ανωτέρω δανειακή τους υποχρέωση ενώ η οικονομική τους κατάσταση δεν αναμένεται να μεταβληθεί, καθώς ο δεύτερος αιτών βρίσκονται σε ηλικία που δεν ευνοεί την ανάληψη εργασίας τέτοιας που θα τον οδηγήσει σε επίτευξη εισοδήματος ικανού να επαρκεί και για την κάλυψη των δανειακών τους υποχρεώσεων λόγω της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα και ειδικά στο χώρο των οικοδομών ενώ η πρώτη αιτούσα ως ανειδίκευτη ακόμη και να βρει εργασία τα έσοδα που θα αποκομίσει από αυτή δεν θα αρκούν για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών μιας πενταμελούς οικογένειας και επομένως δεν θα υπάρχει περιθώριο εξυπηρέτησης κατά μεγαλύτερο ποσοστό της οφειλής.

Γι' αυτό, συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και συγκεκριμένα σε αυτή του άρθρου 8 παρ. 5, όπως ισχύει, και θα πρέπει να οριστούν μηδενικές καταβολές οριστικά, χωρίς επανεξέταση, καθώς εάν οι αιτούντες υποχρεωθούν σε καταβολές οποιουδήποτε ποσού θα οδηγηθούν σε οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση . Περαιτέρω όσον αφορά την εκποίηση του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που ανήκει στον δεύτερο αιτούντα, με βάση την κοινή πείρα και τη λογική και λαμβανομένων υπόψη των σημερινών συνθηκών αγοράς δεν φαίνεται ότι μπορεί η προσπάθεια αυτή (για εκποίηση) να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, κρίνεται δε ότι δεν είναι επιδεκτικό ρευστοποιήσεως κατά τρόπο που να παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, επομένως πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση λαμβανομένων υπόψη των εξόδων που απαιτούνται για την ενεργοποίηση της σχετικής διαδικασίας. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 9 παρ, 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει σήμερα μετά την αντικατάσταση του από το αρθρ. 17 Ν. 4161/2013, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, θα πρέπει να γίνει ρύθμιση για την ικανοποίηση της απαίτησης της καθ' ης η οποία, θα ανέλθει σε συνολικό ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του δικαιώματος εκάστου των αιτούντων επί της ανωτέρω κατοικίας, δηλαδή στο ποσό των (14.820,57 Χ 80%=) 11.856,45 ευρώ για κάθε αιτούντα. Η αξία δε του δικαιώματος εκάστου των αιτούντων επί της παραπάνω κατοικίας δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για έγγαμους φορολογούμενους (250.000 €) , προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτείται για την εξαίρεση της από την εκποίηση, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010.Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το νόμο, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, ο χρόνος δε τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού, πρέπει να οριστεί σε είκοσι (20) έτη (240 μηνιαίες δόσεις) . Το ποσό που θα καταβάλλει καθένας από τους αιτούντες στα πλαίσια αυτής της ρύθμισης, θα ανέρχεται σε 49,40 ευρώ μηνιαίως, οι δε μηνιαίες δόσεις θα αρχίσουν να καταβάλλονται δύο (2) χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, καθόσον κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί στους αιτούντες περίοδος χάριτος ώστε να δύνανται να είναι συνεπείς με την άνω ρύθμιση.

Μετά δε την εξάντληση του ποσού των 11.856,45 ευρώ με το οποίο συμπληρώνεται η αντικειμενική αξία του δικαιώματος εκάστου των αιτούντων επί της κύριας κατοικίας της οποίας ζητείται η εξαίρεση από την εκποίηση, κάθε ένας από αυτούς απαλλάσσεται από το υπόλοιπο των χρεών του καθώς δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση σε αυτόν. Οι μηνιαίες καταβολές που πραγματοποίησε έως σήμερα ο δεύτερος αιτών προς την καθ' ης σε συμμόρφωση με την από 14,10.2015 χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή θα συνυπολογισθούν στο χρονικό διάστημα των καταβολών του αρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 που δικαιούται δυνάμει της παρούσας οριστικής απόφασης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να ρυθμιστούν οι οφειλές των αιτούντων εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας τους, σύμφωνα με τα όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας. Η απαλλαγή για κάθε αιτούντα από τα χρέη του έναντι της καθ' ης, τα οποία περιλαμβάνονται στην εμπεριεχόμενη στην αίτηση κατάσταση θα επέλθει κατά νόμο (αρ. 11 παρ.1 του Ν.3 869/2010) υπό τον όρο της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων του. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται κατ' άρθρο 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τις από 21-05-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου /2015 και /2015 αντίστοιχα αιτήσεις.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τις αιτήσεις.

ΟΡΙΖΕΙ μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς ρύθμιση του χρέους των αιτούντων στα πλαίσια του αρθρ. 8 παρ. 2,5 Ν. 3869/2010.

ΕΞΑΙΡΕΙ από την εκποίηση το διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, έτους κατασκευής 1970, επιφάνειας κυρίων χώρων 64,20 τ.μ. που βρίσκεται στον επί της οδού αριθμ. , του οποίου έκαστος των αιτούντων είναι εμπράγματος συνδικαιούχος δικαιώματος πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΝΑΝ από τους αιτούντες να καταβάλει για τη διάσωση του ποσοστού του επί της αξίας της άνω κατοικίας του το ποσό των 11,856,45 ευρώ που θα καταβληθεί σε 240 μηνιαίες δόσεις των 49,40 ευρώ η κάθε μία. Η καταβολή των δόσεων αυτών θα γίνεται μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα και ορίζεται να ξεκινήσει την 1η ημέρα του πρώτου μήνα μετά την πάροδο δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, θα γίνει δε χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά τον χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 12 ΔΕΚ. 2016,

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ