Διαγραφή 75% του χρέους και διάσωση ακίνητης περιουσίας-πρώτης κατοικίας. Ζευγάρι δανειοληπτών με συνολικές οφειλές ύψους 136.028,99 ευρώ διέσωσε και την πρώτη κατοικία της επιφάνειας 77 τ.μ .Το δικαστήριο τους υποχρέωσε να καταβάλλουν το ποσό των 17.282,81 ευρώ έκαστος ,συνολικά 34.565,62 ευρώ με μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 72,01 ευρώ έκαστος ,συνολικά 144,02 ευρώ (και οι δύο μαζί) σε 240 μηνιαίες δόσεις (20 χρονιά Χ 12 μήνες). Για τα πρώτα δύο έτη όρισε μηδενικές καταβολές . Συνολικά στο τέλος της 20ετούς ρύθμισης θα έχουν καταβάλλει 34.565,62 ευρώ ενώ όφειλαν κατά την υποβολή της αίτησης 136.028,99 ευρώ και θα έχουν διασώσει την κύρια κατοικία τους . Το συνολικό κούρεμα του χρέους της φτάνει το 75% του συνολικού χρέους:

 

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘΜΟΣ 205/2017

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΙΛΙΟΥ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ - N.3869/2010)

Αποτελούμενο από την Ειρηνοδίκη με την σύμπραξη της Γραμματέως . Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 11-1-2017, για να δικάσει τις παρακάτω υποθέσεις μεταξύ: ; Α' Αίτηση Του αιτούντος: του και. της ΑΦΜ , κατοίκου , οδός αριθ. , ο οποίος παραστάθηκε στη δίκη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Τσουκαλά (αριθμός γραμματίου του ΔΣΑ ). Του καθ'ού πιστωτή, που παραστάθηκε ως εξής: Της Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία « », που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού αρ. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στην δίκη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της (αριθμός γραμματίου του ΔΣΑ ). Β’ Αίτηση Της αιτούσας: του και της , ΑΦΜ , κατοίκου οδός αριθ. , η οποία παραστάθηκε στη δίκη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Τσουκαλά (αριθμός γραμματίου του ). Του καθ'ου πιστωτή, που παραστάθηκε ως εξής: Της Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία « », που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού αρ. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στην δίκη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της (αριθμός γραμματίου του ΔΣΑ ). Ο αιτών της Α αίτησης με την από 26-4-2012 αίτηση του, διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου /27-4-2012, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν. Η αιτούσα της Β αίτησης με την από 26-4-2012 αίτηση της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης; κατάθεσης δικογράφου /27-4-2012, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν. Για την συζήτηση των ανωτέρω αιτήσεων ορίστηκε αρχικώς δικάσιμος η 18-2-2015 και κατόπιν αναβολής ορίστηκε δικάσιμος αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία οι υποθέσεις αυτές, αφού εκφωνήθηκαν νόμιμα με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο, συζητήθηκαν. Κατά δε τη συζήτηση των εν λόγω υποθέσεων στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν. Το δικαστήριο, αφού άκουσε όσα αναφέρθηκαν κατά την συζήτηση,

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΟΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του αρθρ. 739 ΚΠολΔ όλες οι υποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 782 έως 866 υπάγονται στην ειδική διαδικασία των άρθρων 741 έως 781 καθώς και κάθε άλλη υπόθεση που υπάγεται με διάταξη νόμου στη διαδικασία αυτή, όπως συνέβη εν προκειμένω με το αρθρ. 3 Ν. 3869/2010, το οποίο ορίζει ότι η αίτηση του αρθρ. 4 παρ. 1 ιδίου νόμου εκδικάζεται από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Με την διάταξη, δε, του αρθρ. 741 ΚΠολΔ ορίζεται ότι τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και κατά την διαδικασία των άρθρων 743 έως 781, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στην διαδικασία αυτή. Επίσης το αρθρ. 246 ΚΠολΔ ορίζει ότι το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Συνεπώς οι κρινόμενες αιτήσεις δηλαδή: α) η από 26-4-2012 αίτηση του του (με αριθ. καταθ. Δικογράφου /27-4-2012) και β) η από 26-4-2012 αίτηση της του (με αριθ. καταθ. Δικογράφου /27-4-2012), οι οποίες υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας και εκκρεμούν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θα επιταχυνθεί η εκδίκαση της όλης διαφοράς επιπρόσθετα δε, υφίσταται συνάφεια μεταξύ των δύο υποθέσεων, καθώς οι αιτούντες ζητούν προστασία με βάση τον νόμο 3869/10 έναντι κοινού πιστωτή τους (ήτοι της ) για κοινές δανειακές τους υποχρεώσεις για τις οποίες ο αιτών της Α' αίτησης και η αιτούσα της Β' αίτησης ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον (αρθρ. 481-488 ΑΚ). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 751 του Κ.Πολ.Δ. ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλλει την ενεργό συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης επιτρέπει την δυνατότητα συμπλήρωσης ή ακόμη και μεταβολής με τις προτάσεις (αρθ. 115 παρ.3 ΚΠολΔ), εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επομένως και της πραγματικής βάσης της αίτησης ή ακόμη και του αιτήματος αυτής (βλ. ΑΠ 1131/87 Νοβ 36. 1601 έως 1602 πλειοψηφία, Εφ.ΑΘ 2735/2000, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ Νόμος Ειρ.Πατρών 9/2012 δημοσίευση Νόμος. Επίσης βλ. και Ι.Βενιέρης-Θ.Κατσάς Εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 2η έκδοση, σελ. 186-187). Στην εκούσια δικαιοδοσία δεν ισχύουν οι περιορισμοί του αρθ. 270ΚΠολΔ αλλά το σύστημα της ελεύθερης απόδειξης και το ανακριτικό σύστημα (αρθ.759 παρ. 3ΚΠολΔ. Βλ. και Ι.Βενιέρης-Θ.Κατσάς ό.π 2η έκδοση, σελ. 347-348). Ο δικαστής έχει την δυνατότητα να μην δεσμευθεί από τους κανόνες της τακτικής απόδειξης να διατάξει επανάληψη της συζήτησης αν δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί, ακόμη και να δεχθεί αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου ή να δεχθεί πραγματικό περιστατικά ή αποδεικτικά μέσα που δεν τα επικαλέστηκαν νομοτύπως οι διάδικοι. Συνεπώς γίνονται δεκτά ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, όπως ένορκες βεβαιώσεις χωρίς κλήτευση, ανυπόγραφα έγγραφα ή και εξαιρετέοι μάρτυρες. Επιπροσθέτως σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 8 Ν.3869/2010, δεν αποκλείεται η εμφάνιση στην πράξη ακραίων ή εξαιρετικών περιπτώσεων οφειλετών, οι οποίοι έχουν πραγματική αδυναμία καταβολών και ελάχιστου ακόμη ποσού. Τούτο ενδεικτικά μπορεί να συμβεί σε περίπτωση χρόνιας χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη ανεργίας σοβαρών προβλημάτων υγείας ή άλλου μέλους της οικογένειας του, ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη βιοτικών στοιχειωδών αναγκών ή άλλων λόγων ισοδύναμης βαρύτητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν τηρείται ο κανόνας που επιβάλλεται με την παρ. 2 του άρθρο 8 του Ν.3869/2010, αλλά επιτρέπεται στο δικαστήριο να καθορίζει μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές ακόμη καταβολές κατά τη διατύπωση του νόμου (άρθρο 8 παρ. 5 του Ν.3869/2010). Επισημαίνεται ότι ο δικαστής κατά το ανακριτικό σύστημα δεν περιορίζεται από το αίτημα περί δικαστικής ρύθμισης και το σχέδιο αποπληρωμής που προτείνει ο οφειλέτης. Συνεπώς αν αξιολογήσει την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη ως τέτοια που επιβάλλει μικρές ή μηδενικές καταβολές, τότε θα το αποφάσισα ακόμα και αυτεπαγγέλτως, χωρίς την ανάγκη σχετικού αιτήματος του οφειλέτη (ΕιρΝίκαιας 39/2012 ΝοΒ 2012 σελ. 1444, Ι.Βενιέρης-Θ.Κατσάς Εφαρμργή του ;Ν. 3869/2010 για τα Υπερχρεωμένα Φυσικά Πρόσωπα, 2η ΕΚΔΟΣΗ, σελ. 395). Το Δικαστήριό•. προβαίνοντας σε εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, ορίζει με την ίδια απόφαση νέα δικάσιμο που απέχει από την προηγούμενη όχι λιγότερο από πέντε (5) μήνες για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών. Στη νέα αυτή δικάσιμο είτε επαναλαμβάνει την προηγούμενη απόφαση του είτε προσδιορίζει εκ νέου καταβολές προς τα πάνω ή προς τα κάτω, αν συντρέχει περίπτωση. Για τη νέα δικάσιμο οι διάδικοι (οφειλέτης - πιστωτές), ενημερώνονται με δική τους επιμέλεια (βλ. ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΚΡΗΤΙΚΟ, ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ Ν.3869/2010 ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΕΙ ΜΕΤΑ ΗΣ ΕΠΕΛΘΟΥΣΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ, 2η ΕΚΔΟΣΗ, σελ. 198, ΕιρΛαρ 106/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 8 του νόμου προκύπτει ότι με τον καθορισμό μηδενικών καταβολών από το δικαστήριο δεν εκκαθαρίζεται «οριστικά» το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη, αλλά αναμένεται η παρέλευση του ταχθέντος από το δικαστήριο διαστήματος και έλεγχος μήπως μέσα στο διάστημα αυτό αλλάζουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και τα τυχόν εισοδήματα του, που θα δικαιολογήσουν νέο προσδιορισμό των καταβολών. Η αναβολή αυτή και ο ορισμός με την ίδια απόφαση νέας δικάσιμου, δίνει εν τέλει στην εκδιδομένη απόφαση το χαρακτήρα της εν μέρει οριστικής απόφασης, με προσωρινή ισχύ, αφού η έκδοση της οριστικής αποφάσεως, θα είναι αυτή που θα αποφανθεί τελικώς για την οριστική ρύθμιση των χρεών (ΕιρΘεσ 8021/2011 δημοσίευση Νόμος). Επομένως, το Δικαστήριο σταθμίζοντας τις συνθήκες στα πλαίσια της ανωτέρω διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010, αλλά και μέσα στο πνεύμα του νόμου, μη εκκαθαρίζοντας «οριστικά» το θέμα της ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη από τα χρέη, αλλά αναμένοντας την παρέλευση μέχρι και πέντε ετών (βλ. αρθ. 8 παρ. 2 του Ν.3869/10, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.4161/2013), ελέγχει μήπως μέσα στο διάστημα αυτό αλλάζουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και τα τυχόν εισοδήματα του, με την ανεύρεση της «κατάλληλης» εργασίας που θα δώσει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να ικανοποιήσει, ανάλογα με τις οικονομικές του δυνατότητες, τους πιστωτές του. Ο νόμος όμως, δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκκαθαρίσει και εξ αρχής το θέμα της απαλλαγής του οφειλέτη από τα χρέη, χωρίς ορισμό νέας δικασίμου για επαναξιολόγηση των οικονομικών δεδομένων του (του οφειλέτη). Τούτο προκύπτει από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν.3869/2010, όπου και αναφέρεται ότι το δικαστήριο "μπορεί" με την ίδια απόφαση να ορίσει νέα δικάσιμο που απέχει από την προηγούμενη όχι λιγότερο από πέντε (5) μήνες για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολή. Συνεπώς, ο ορισμός νέας δικασίμου αποτελεί για το δικαστήριο δυνητική δεν εισάγεται ως αναγκαστική επιταγή εκ του νόμου. Εφαρμογή της , δυνατότητας αυτής υπάρχει, όταν εξ αρχής, από την πρώτη κρίση της επίδικης αίτησης ρύθμισης των οφειλών, αποδεικνύεται ότι είτε τα προβλήματα υγείας που ενυπάρχουν στον αιτούντα, είτε η οικονομική δυσπραγία στην οποία περιήλθε είναι καταστάσεις, σε ποσοστό σχεδόν βεβαιότητας μη αναστρέψιμες και συνεπώς ο ορισμός νέας δικασίμου θα απέβαινε μια παρελκυστική τακτική, η οποία αφενός μεν θα επιβάρυνε το δικαστικό φόρτο, αφετέρου θα κρατούσε τον οφειλέτη δέσμιο της αναμονής της νέας δικασίμου, η οποία πολλές φορές προσδιορίζεται ακόμη και μετά από ένα έτος μετά την έκδοση της πρώτης απόφασης, λόγω του μεγάλου όγκου των υποθέσεων. Σε κάθε όμως περίπτωση, η διάταξη αυτή αποτελεί εξαιρετικό δίκαιο και η εφαρμογή της δέον να γίνεται με περισσή φειδώ και κατόπιν συνετής στάθμισης και αυστηρής αξιολόγησης της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης του αιτούντος (βλ. και Ειρ,Αλεξαν. 19/2014 δημοσίευση Νόμος. Επίσης βλ. και Ειρ.Βάμου 4/2013 δημοσίευση Νόμος). Με το δικόγραφο της Α' αίτησης κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της και όπως αυτό παραδεκτώς τροποποιήθηκε κατά τα άρθρα 224, 744, 745 και 751 του ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρο 115 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του αιτούντος καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, όπως αναπτύσσεται στις προτάσεις που κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος ο αιτών επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητά αφού ληφθούν υπόψη τα εισοδήματα του, η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθέτησης οφειλών, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη του κατ' άρθρο 8 του ν.3869/2010 και να εξαιρεθεί από την ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του, που βρίσκεται στους και του ανήκει κατά το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η υπό Α αίτηση παραδεκτώς KΑI.αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπον, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, της περιφέρειας της κατοικίας του αιτούντος κατά την παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθ. 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010), προκύπτει δε, εν προκειμένω, ότι: Ιόν) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (άρθρο 2 ν.3869/2010, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με τον Ν.4161/2013), όπως προκύπτει από την από 24-4-2012 βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού,,του δικηγόρου του ΔΣΑ Κωνσταντίνου Τσουκαλά, 2ον) η Α αίτηση κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του προαναφερόμενου άρθρου 2 παρ. 1 ν. 3869/20101 από την; αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και 3ον) έχει προσκομισθεί η από 18/5/2012 υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται σης περιπτώσεις α' και β' της παραγρ. 1 του όρθρου 4 του ν.3869/2*010ΐ^ -καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων του κατά την τελευταία τριετία πριν από την υποβολή της αίτησης. Επιπλέον, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του ν.3869/2010, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση του αιτούντος για την ρύθμιση χρεών του στο Δικαστήριο τούτο ή σε άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας, ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών του με απαλλαγή του από υπόλοιπα χρεών (βλ. και την σχετική με αρ.πρωτ. 703/22.3.2017 βεβαίωση της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε σε απάντηση της με αρ.πρωτ. 99/2017 αίτησης της Γραμματέως του παρόντος δικαστηρίου). Περαιτέρω, η υπό κρίση Α' αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού, που προέβαλε η πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ' ης πιστώτριας καθώς η αίτηση περιέχει όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του Ν. 3869/2010 {ως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίηση της από τον ν.4336/2015, καθώς υπό την τροποποιηθείσα από τον νόμο αυτόν (ν.4336/2015) μορφή της καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4336/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από την υπογραφή, την 19-8-2015, της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ ΕΓ του άρθρου 3 του Ν. 4336/2015 (βλ. και την ερμηνευτική εγκύκλιο με αρ.πρωτ.7698/20-8-2015 του Υπουργείου Οικονομίας)}, ήτοι περιλαμβάνει: α) κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των εισοδημάτων του ίδιου και της συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του αιτούντος και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος και δεν απαιτείται κανένα άλλο στοιχείο για την πληρότητα της αίτησης. Συνεπώς, για την πληρότητα της αίτησης δεν απαιτείται αναφορά των λόγων, που οδήγησαν τον αιτούντα οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών, ούτε απαιτείται αναφορά των οικονομικών δυνατοτήτων που είχε ο οφειλέτης παλαιότερα κατά τον χρόνο ανάληψης των χρεών του αλλά ούτε και αναφορά του χρόνου (ημερομηνίας) ανάληψης των χρεών του/δανειακών υποχρεώσεων του (βλ. και ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΡΗΉΚΟΣ, ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΠΕΡΚΕΙΜΕΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ Ν.3869/2010 ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΕΙ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΠΕΛΘΟΥΣΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ, 2η ΕΚΔΟΣΗ, σελ. 106 παρ.43.Επίσης βλ.και ΜονΠρωτΛαμίας 65/2016 δημοσ. Νόμος, ΜονΠρωτΧανίων 23/2014 δημοσ. Νόμος, ΜονΠρωτΠειραιά 2057/2014 δημοσ.ΤΝΠ του ΔΣΑ "Ισοκράτης", Ειρ.Πατρών 127/2012, Ειρ.Ηρακλ.590/2011 δημοσίευση Νόμος. Σχετικά δε με την μη αναφορά από τον αιτούντα -οφειλέτη του χρόνου ανάληψης των χρεών του βλ. ΜονΠρωτΘεσ 38/2014 (κρίνοντος κατ'έφεση), Ειρ.Ξυλοκ. 63/2014, Ειρ.Καλύμνου 5/2014, Ειρ.Πατρών 171/2013 δημοσ. όλων στη Νόμος. Επίσης, βλ. παρατηρήσεις του δικηγόρου Θεσ/κης Νικολάου Αποστολάκη επί της υπ'αρ. 22/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, δημοσίευση στη Νόμος της εν λόγω απόφασης με το κείμενο των παρατηρήσεων. Επίσης δημοσίευση ΕΦΑΔ 2013,564 και στον ΑΡΜ 2013,1921). Προσέτι, η ένδικη Α' αίτηση είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του Ν.3869/2010. Συνεπώς η υπό κρίση Α' αίτηση πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του αιτούντος και της καθ' ης πιστώτριας του {βλ. και τις έγγραφες παρατηρήσεις-προτάσεις της καθ' ης πιστώτριας του αιτούντος, κατά το άρθρο 5 του Ν.3869/2010, όπως το εν λόγω άρθρο ίσχυε πριν από την τροποποίηση του από το Ν.4161/2013 (ΦΕΚ 143 Α/14.6.2013), δοθέντος ότι το άρθρο αυτό (αρθ.5 του Ν.3869/2010) αφορά ζητήματα της προδικασίας στις δε αιτήσεις που ήταν εκκρεμείς κατά τον χρόνο δημοσίευσης του τροποποιητικού ως άνω νόμου, ήτοι κατά την 14.6.2013, όπως είναι και η ένδικη Α αίτηση, εφαρμόζεται η προϊσχύουσα προδικασία- βλ.άρθρο 24 του Ν.4161/2013 σε συνδυασμό με άρθρο 19 παρ.3 του νόμου αυτού (Ν.4161/2013) με τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις». Επίσης Βλ. και Εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, Ι.Βενιέρης-Θ.Κατσάς 2η έκδοση, σελ.231-233 υπό Ι και II}. Με το δικόγραφο της Β' αίτησης κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της και όπως αυτό παραδεκτώς τροποποιήθηκε και διορθώθηκε κατά τα άρθρα 224, 744, 745 και 751 του ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρο 115 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της αιτούσας καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, όπως αναπτύσσεται στις προτάσεις που κατέθεσε νομότυπα και εμπρόθεσμα ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητά αφού ληφθούν υπόψη τα εισοδήματα της η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθέτησης οφειλών, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη της κατ'άρθρο 8 του ν.3869/2010 και να εξαιρεθεί από την ρευστοποίηση η δυνητική κύρια 'κατοικία της που βρίσκεται και της ανήκει κατά το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθώς και η λοιπή περιουσία της (ουσιαστικά το ΓΧΕ αυτοκίνητο μάρκας SUZUKI, καθώς η αποθήκη του υπογείου επιφάνειας 6,33 τ.μ αποτελεί βοηθητικό κτίσμα της δυνητικής κύριας κατοικίας της -διαμερίσματος). Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η υπό Β αίτηση παραδεκτώς και αρμοδίως καθ'ύλην και κατά τόπον, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, της περιφέρειας της κατοικίας της αιτούσας κατά την παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των αρθ. 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 3 Ν. 3869/2010), προκύπτει δε, εν προκειμένω, ότι: Ιόν) τηρήθηκε η προδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού με τη διαμεσολάβηση προσώπου από αυτά που έχουν σχετική εξουσία από το νόμο (άρθρο 2 ν.3869/2010, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με τον Ν.4161/2013), όπως προκύπτει από την από 24-4-2012 βεβαίωση αποτυχίας εξωδικαστικού συμβιβασμού του δικηγόρου του ΔΣΑ Κωνσταντίνου Τσουκαλά, 2ον) η Β αίτηση κατατέθηκε μέσα στην εξάμηνη προθεσμία του προαναφερόμενου άρθρου 2 παρ. 1 ν. 3869/2010 από την αποτυχία του εξωδικαστικού συμβιβασμού και 3ον) έχει προσκομισθεί η από 18/5/2012 υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α' και β' της παραγρ. 1 του άρθρου 4 του ν.3869/2010 καθώς και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της κατά την τελευταία τριετία πριν από την υποβολή της αίτησης. Επιπλέον, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία, κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του ν.3869/2010, προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για την ρύθμιση χρεών της στο Δικαστήριο τούτο ή σε άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας ούτε έχει εκδοθεί προγενεστέρως απόφαση για τη διευθέτηση των οφειλών της με απαλλαγή της από υπόλοιπα χρεών (βλ. και την σχετική με αρ.πρωτ. 703/22.3.2017 βεβαίωση της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε σε απάντηση της με αρ.πρωτ. 99/2017 αίτησης της Γραμματέως του παρόντος δικαστηρίου). Περαιτέρω, η υπό κρίση Β' αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού, που προέβαλε η πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ’ ης πιστώτριας καθώς η αίτηση περιέχει όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του Ν. 3869/2010 {ως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίηση της από τον ν.4336/2015, καθώς υπό την τροποποιηθείσα από τον νόμο αυτόν (ν.4336/2015) μορφή της καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4336/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από την υπογραφή, την 19-8-2015, της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β' του άρθρου 3 του Ν 4336/2015 (βλ. και την ερμηνευτική εγκύκλιο με αρ.πρωτ.7698/20-8-2015 του Οικονομίας)}, ήτοι περιλαμβάνει: α) κατάσταση της περιουσίας της αιτούσας και των εισοδημάτων της ίδιας και του συζύγου της, β) κατάσταση των πιστωτών της αιτούσας και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της αιτούσας και δεν απαιτείται κανένα άλλο στοιχείο για την πληρότητα της αίτησης. Συνεπώς για την πληρότητα της αίτησης δεν απαιτείται αναφορά των λόγων, που οδήγησαν τον αιτούντα οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών, ούτε απαιτείται αναφορά των οικονομικών δυνατοτήτων που είχε ο οφειλέτης παλαιότερα κατά τον χρόνο ανάληψης των χρεών του αλλά ούτε και αναφορά του χρόνου (ημερομηνίας) ανάληψης των χρεών του/δανειακών υποχρεώσεων του (βλ. και ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ, ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΦΥΠΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ Ν.3869/2010 ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΕΙ ΜΕΤΑ ΤΤΣ ΕΠΕΛΘΟΥΣΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ, 2" ΕΚΔΟΣΗ, σελ.106 παρ.43. Επίσης βλ. και ΜονΠρωτΛαμίας 65/2016 δημοσ.Νόμος ΜονΠρωτΧανίων 23/2014 δημοσ.Νόμος, ΜονΠρωτΠειραιά 2057/2014 δημοσ.ΤΝΠ του ΔΣΑ Ισοκράτης", Ειρ.Πατρών 127/2012, Ειρ.Ηρακλ.590/2011 δημοσίευση Νόμος. Σχετικά δε με την μη αναφορά από τον αιτούντα - οφειλέτη του χρόνου ανάληψης των χρεών του βλ. ΜονΠρωτΘεσ 38/2014 (κρίνοντος κατ'έφεση), Ειρ.Ξυλοκ. 63/2014, Ειρ.Καλύμνου 5/2014, Ειρ.Πατρών 171/2013 δημοσ. όλων στη Νόμος. Επίσης, βλ. παρατηρήσεις του δικηγόρου Θεσ/κης Νικολάου Αποστολάκη επί της υπ'αρ. 22/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς το οποίο δίκασε κατ' έφεση, δημοσίευση στη Νόμος της εν λόγω απόφασης με το κείμενο των παρατηρήσεων. Επίσης δημοσίευση ΕΦΑΔ 2013,564 και στον ΑΡΜ 2013,1921). Προσέτι, η ένδικη Β' αίτηση είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, 9 και 11 του Ν.3869/2010, πλην του αιτήματος για την εξαίρεση από την εκποίηση και της λοιπής περιουσίας της αιτούσας πέραν της (δυνητικής) κύριας κατοικίας που κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι σε κάθε περίπτωση ο οφειλέτης που ζητά την υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 3869/2010, έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση από την εκποίηση μόνο της κύριας κατοικίας του και των τυχόν παρακολουθηματικών βοηθητικών αυτής κτισμάτων (βλ. και Ι.Βενιέρης-Θ.Κατσάς Εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 3η έκδοση, σελ. 609, παρ. 1410). Συνεπώς η υπό κρίση Β' αίτηση πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, εφόσον δεν επιτεύχθηκε δικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της αιτούσας και της καθ' ης πιστώτριας της (βλ. και τις έγγραφες παρατηρήσεις-προτάσεις της καθ' ης πιστώτριας της αιτούσας, κατά το άρθρο 5 του Ν.3869/2010, όπως το εν λόγω άρθρο ίσχυε πριν από την τροποποίηση του από το Ν.4161/2013, καθώς στην υπό κρίση Β' αίτηση, ως εκκρεμή κατά την δημοσίευση του ως άνω τροποποιητικού Ν. 4161/2013, εφαρμόζεται η προϊσχύουσα προδικασία, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω στην παρούσα). Η πληρεξούσια δικηγόρος της καθ'ής πιστώτριας των Α και Β αιτήσεων, που παραστάθηκε στο ακροατήριο, αρνήθηκε τις ένδικες αιτήσεις και προέβαλε, πλην του ισχυρισμού περί αοριστίας των αιτήσεων, που κρίθηκε παραπάνω στην παρούσα, και ένσταση καταχρηστικότητας εκάστης αίτησης επειδή αφενός από τις κρινόμενες αιτήσεις δεν προκύπτει η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών των αιτούντων και επειδή αφετέρου η πρόταση των αιτούντων, πέραν του ότι είναι ασύμφορη και επιφέρει μεγάλη ζημία στην εν λόγω ενιστάμενη πιστώτρια, είναι μη ρεαλιστική και διατυπώνεται καταχρηστικά, αφού οι αιτούντες των Α και Β αιτήσεων ζητούν μεγάλη περικοπή των οφειλομένων χωρίς να έχει αποδειχθεί αντίστοιχη μείωση των εισοδημάτων τους. Η ένσταση αυτή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης των ένδικων αιτήσεων, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος -που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει - είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (βλ. σχετ. Α.Π. 1006/1999, ΕλλΔνη 40,1718, Α.Π. 392/1997, ΕλλΔνη 38, 1842, ΕφΠειρ 357/2005, Δ.Ε.Ε. 2005,1066, ΕφΛαρ 474/2005, Αρμ 2005,1768, ΕφΠατρ 964/2004, ΑχΝομ 2005,22, ΕφΘεσ 1729/2003, Αρμ 2004,1401, ΕφΘρ 221/2000, DIGESTA 2003,36, ΕφΔωδ 280/1998, ΕΕμπΔ 1999,830, ΕφΠειρ 270/1996, Δ.Ε.Ε. 1996,706, ΕφΑθ 9861/1995, ΕλλΔνη 39/172, ΕφΑθ 6428/1994, ΕλλΔνη 36,1547, ΕφΠειρ 535/1994, ΑρχΝ 1995,415), όπως συμβαίνει στην περίπτωση άσκησης δικογράφου (εν προκειμένω της αίτησης του αρθ. 4 παρ.1 του ν.3869/10). Κατά το μέρος δε που στρέφεται κατά του περιεχομένου των ένδικων αιτήσεων, η ως άνω ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον αφενός τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η προσφυγή των αιτούντων στις διατάξεις του ν.3869/2010 αποτελεί δικαίωμα τους και το δικαστήριο είναι αυτό που θα κρίνει αν πληρούνται ή όχι οι νόμιμες προϋποθέσεις να υπαχθούν στο νόμο αυτόν (βλ. και ΕιρΓυθείου 11/2013 σε ΝΟΜΟΣ) και αφετέρου επειδή ο οφειλέτης δεν υπόκειται σε περιορισμό κατά την διαμόρφωση του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών του, το οποίο αποτελεί υποχρεωτικό περιεχόμενο της αίτησης του και το οποίο ενδέχεται να τύχει αποδοχής στο δικαστικό συμβιβασμό, ενώ ο δικαστής είναι αυτός που θα προβεί στην τελική διαμόρφωση της ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος. Συνεπώς και δεν σημαίνει ότι απορρίπτεται η αίτηση, αν το δικαστήριο κρίνει μη εύλογο και αποδεκτό το σχέδιο αποπληρωμής του οφειλέτη, Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστής επεμβαίνει και διαμορφώνει το τελικό πλάνο πληρωμών προς τους πιστωτές αποκλίνοντας από αυτά που ζητά ο οφειλέτης (Βλ. και Ι,Βενιέρης-2η έκδοση ό.π, σελ. 179 και 174 επ. υπό 4. Επίσης βλ. και Ειρην.Αχαρνών, δημοσ. Νόμος). Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του εξετασθέντος νομίμως στο ακροατήριο μάρτυρα της αιτούσας της Β αίτησης (ήτοι του συζύγου της- Α αιτούντος), που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, από την εκτίμηση της ανωμοτί εξέτασης του αιτούντος της Α αίτησης στο ακροατήριο, του οποίου η κατάθεση περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων, αλλά και όσων παραδεκτό προσκομίζονται χωρίς να γίνεται επίκληση τους όπως προκύπτει από τα άρθρα 744 και 759 παρ.3 Κ.ΠολΑ από τις ομολογίες που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων (αρθ. 261 ΚΠολΔ), από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), καθώς και από την εν γένει διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι αιτούντες κατά τον χρόνο κατάθεσης των ενδίκων αιτήσεων ήταν σύζυγοι, ωστόσο ο μεταξύ τους γάμος που είχε τελεσθεί το έτος 2008, λύθηκε με διαζύγιο το 2014 (βλ. τα κατατεθειμένα στους τηρούμενους φακέλους με τα δικαιολογητικά της επικαιροποίησης πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης των αιτούντων με αρ. πρωτ. 3056/2016 και 3057/2016, καθώς και τα προσκομιζόμενα με τις προτάσεις των αιτούντων πιστοποιητικά οικογενειακής τους κατάστασης με αρ. πρωτ.57/2017 και 227/2017). Ο Α' αιτών, ηλικίας σήμερα 39 ετών (ως γεννηθείς την ) και η Β' αιτούσα, ηλικίας αυτής σήμερα 35 ετών (ως γεννηθείσα την )- (βλ. και τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των δελτίων της αστυνομικής τους ταυτότητας) απέκτησαν από τον παραπάνω- ήδη λυθέντα με διαζύγιο- γόμο τους ένα θήλυ τέκνο, ηλικίας αυτού, .σήμερα 7 ετών (βλ. τα παραπάνω αναφερόμενα .πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης των αιτούντων). Ο Α αιτών κατοικεί στ στην οδό αρ. σε διαμέρισμα που ανήκει στους αιτούντες κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο (βλ. και παρακάτω στην παρούσα), ενώ η Β αιτούσα φιλοξενείται μαζί με την ανήλικη κόρη της στην οικία της μητρός της που βρίσκεται στ στην οδό αριθ. (βλ. τα αναφερόμενα σχετικώς στις προτάσεις της Β αιτούσας, στην σελ.2 αυτών, σε συνδ. με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της Β αιτούσας, ο οποίος εξετάσθηκε και ανωμοτί ως διάδικος για την δική του Α αίτηση, οι καταθέσεις του οποίου περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά). Αμφότεροι οι αιτούντες, που στο παρελθόν έχουν εργασθεί ως ιδιωτικοί υπάλληλοι, είναι άνεργοι, εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ανέργων του ΟΑΕΔ (βλ. τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις και δελτία ανεργίας του ΟΑΕΔ) και στερούνται εισοδημάτων Ειδικότερα, ο Α αιτών εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος στην διαφημιστική εταιρία με την επωνυμία από την οποία απολύθηκε τον Φεβρουάριο του 2011 και έκτοτε δεν έχει ξαναεργασθεί, έλαβε δε την 10-2-2011 ως αποζημίωση λόγω της παραπάνω απόλυσης του το ποσό των 1022€, το οποίο κατανάλωσε για την κάλυψη βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του (βλ. την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της Β αιτούσας ο οποίος εξετάσθηκε και ανωμοτί ως διάδικος για την δική του Α αίτηση, οι καταθέσεις του οποίου περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, σε συνδ. με την προσκομιζόμενη από 10/2/2011 βεβαίωση αποζημίωσης της ως άνω διαφημιστικής εταιρίας). Επίσης, η Β αιτούσα, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης της ήταν άνεργη. Εργάστηκε δε ως γραμματέας στην ως άνω αναφερόμενη διαφημιστική εταιρία ( Α.Ε) από 1/12/2008 μέχρι 30/4/2010, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς (βλ. την κατατεθειμένη στον φάκελο της Β αίτησης αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού). Επίσης, εργάστηκε ως πωλήτρια σε κατάστημα με αθλητικό είδη με μηνιαίες μικτές αποδοχές ύψους 586,08€ και καθαρές αποδοχές περί τα 468€ από 9/9/2013 έως και 31/12/2016, ότε και απολύθηκε, πρόκειται δε λόγω της απόλυσης της να λάβει σχετική αποζημίωση ύψους 1.367,52€ (βλ. το προσκομιζόμενο από την αιτούσα έντυπο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της την προσκομιζόμενη από την αιτούσα από 4/3/2014 ατομική σύμβαση εργασίας της και την προσκομιζόμενη από την αιτούσα απόδειξη πληρωμής των μηνιαίων αποδοχών της για τον μήνα Νοέμβριο του 2016).

Ως εκ τούτου, οι αιτούντες στερούνται της πτωχευτικής ικανότητας. Στην περιουσία του Α' αιτούντος περιλαμβάνονται τα εξής στοιχεία: 1. κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου το υπό στοιχεία Α2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επιφάνειας 60,08 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 135/οοο εξ αδιαιρέτου, μιας πολυκατοικίας κτισμένης επί οικοπέδου, που βρίσκεται στ στην οδό επί της οποίας φέρει τον αριθμό , στο οποίο (διαμέρισμα) ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση η υπό στοιχεία Θ.Σ.2 ανοικτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του πίσω ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, επιφάνειας 10,125 τ.μ, το οποίο περιήλθε στον αιτούντα (κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου), δυνάμει του υπ'αρ. 7.457/2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβ/φου , νόμιμα μεταγεγραμμένου και 2. κατά πλήρη |κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η υπό στοιχεία ΑΠ-5 αποθήκη του υπογείου επιφάνειας 6,33 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 1/οοο εξ αδιαιρέτου, της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας που περιήλθε στον αιτούντα (κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου), δυνάμει του ίδιου ως άνω συμβολαίου, που είναι νόμιμα μεταγεγραμμένο. Το ως άνω διαμέρισμα (μετά του ως άνω βοηθητικού του χώρου- παραρτήματος-ανοικτής θέσης στάθμευσης αυτ/του στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου) θα πρέπει να θεωρηθεί, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, ως ενιαίο σύνολο με την παραπάνω υπόγεια αποθήκη, καθώς η τελευταία εξυπηρετεί λειτουργικά το παραπάνω διαμέρισμα και αποτελούν, συνεπώς ενιαία την κύρια κατοικία του Α' αιτούντος, η οποία έχει συνολική αντικειμενική αξία 21.603.52€ {=21.238,20€=> αξία διαμερίσματος + 365,32€ + > αξία υπόγειας αποθήκης-βλ. την προσκομιζόμενη δήλωση ΕΝΦΙΑ του έτους 2016, που αφορά την ακίνητη περιουσία του Α' αιτούντος}, το ποσό της οποίας (αντικειμενικής αξίας) δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας για διαζευγμένο φορολογούμενο με ένα ανήλικο τέκνο, όπως είναι ο Α αιτών, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση. Στην δε περιουσία της Β' αιτούσας περιλαμβάνονται τα εξής στοιχεία: 1. κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου το υπό στοιχεία Α2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επιφάνειας 60,08 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 135/οοο εξ αδιαιρέτου, μιας πολυκατοικίας κτισμένης επί οικοπέδου, που βρίσκεται στ στην οδό επί της οποίας φέρει τον αριθμό , στο οποίο (διαμέρισμα) ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση η υπό στοιχεία Θ.Σ.2 ανοικτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του πίσω ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, επιφάνειας 10,125 τ.μ, το οποίο περιήλθε στην αιτούσα (κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου), δυνάμει του υπ'αρ. 7.457/2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβ.φου , νόμιμα μεταγεγραμμένου, 2. κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η υπό στοιχεία ΑΠ-5 αποθήκη του υπογείου επιφάνειας 6,33 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 1/οοο εξ αδιαιρέτου, της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας που περιήλθε στην αιτούσα (κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου), δυνάμει του ίδιου ως άνω συμβολαίου, που είναι νόμιμα μεταγεγραμμένο. Το ως άνω διαμέρισμα (μετά του ως άνω βοηθητικού του χώρου- παραρτήματος-ανοικτής θέσης στάθμευσης αυτ/του στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου) θα πρέπει να θεωρηθεί, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, ως ενιαίο σύνολο με την παραπάνω υπόγεια αποθήκη, καθώς η τελευταία εξυπηρετεί λειτουργικά το παραπάνω διαμέρισμα και αποτελούν ενιαία την δυνητική κύρια κατοικία της Β' αιτούσας, και ως τέτοια μπορεί να εξαιρεθεί της εκποίησης κατ αρθ.9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 (βλ. Ι.Βενιέρης-Θ.Κατσάς, Εφαρμογή του Ν 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, Ι.Βενιέρης-Θ.Κατσάς, 2η έκδοση σελ. 461 και 3η έκδοση σελ.607-608), δεδομένου ότι έχει συνολική αντικειμενική αξία 21.603,526 {=21.238,20€=> αξία διαμερίσματος+365,32€=>αξία υπόγειας αποθήκης-βλ. την προσκομιζόμενη δήλωση ΕΝΦΙΆ του έτους 2016, που αφορά την ακίνητη περιουσία της Β' αιτούσας} και επομένως η αντικειμενική της αξία δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας για διαζευγμένο φορολογούμενο με ένα ανήλικο τέκνο, όπως είναι η Β αιτούσα, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της από την εκποίηση και 3. κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% ένα Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας , μάρκας SUZUKI, τύπου BALENO, 1298 κυβ. εκατοστών (=κυλινδρισμού), με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 1998 (βλ. το προσκομιζόμενο από την Β αιτούσα πολυασφαλιστήριο συμβόλαιο του εν λόγω αυτοκινήτου, σε συνδ. με την προσκομιζόμενη Ε1 φορολογική δήλωση της Β αιτούσας για το φορολογικό έτος 2015 στον πίνακα 5. υπό 1γ), του οποίου η εμπορική αξία εκτιμάται ότι δεν υπερβαίνει το ποσό των 900€. Το ως άνω αυτοκίνητο της Β αιτούσας δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, αφενός επειδή κρίνεται απαραίτητο για τις μετακινήσεις της και αφετέρου επειδή εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο ότι η εκποίηση του δεν θα προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε θα αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση του καθ' ου πιστωτή της λαμβανομένων υπόψη της παλαιότητας του, της παραπάνω χαμηλής εμπορικής του αξίας, αλλά και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης του (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ). Για τους παραπάνω λόγους κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ΄ άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 εκποίηση του παραπάνω αυτοκινήτου της Β' αιτούσας. Τα δε μηνιαία έξοδα διαβίωσης του Α' αιτούντος (ιδίως για διατροφή, για πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφέλειας, για έξοδα μετακινήσεων, καθώς και για την βασική ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη) ανέρχονται, με μετριοπαθείς υπολογισμούς, περίπου στο ποσό των 550€, λαμβανομένων υπόψη του αποδεικτικού υλικού, αλλά και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και καλύπτονται από την συνταξιούχο μητέρα του (βλ. και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της Β αιτούσας, ο οποίος εξετάσθηκε και ανωμοτί ως διάδικος για την δική του Α αίτηση, οι καταθέσεις του οποίου περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά). Επίσης, τα μηνιαία έξοδα διαβίωσης της Β' αιτούσας και της ανήλικης κόρης της, που φιλοξενούνται από την μητέρα της πρώτης (ιδίως για διατροφή, για έξοδα ένδυσης-υπόδησης του ανηλίκου, έξοδα βενζίνης αυτοκινήτου, καθώς και για την-"Βασική ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη) ανέρχονται, με μετριοπαθείς υπολογισμούς περίπου στο ποσό των 400€, λαμβανομένων υπόψη του αποδεικτικού υλικού, αλλά και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και καλύπτονται από την συνταξιούχο μητέρα της Β αιτούσας (βλ. και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της Β αιτούσας ο οποίος εξετάσθηκε και ανωμοτί ως διάδικος για την δική του Α αίτηση, οι καταθέσεις του οποίου περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ενδίκου Α' αιτήσεως ο Α αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία ήδη με την κοινοποίηση της Α αίτησης θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/10, ληξιπρόθεσμο και των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης οριστικής απόφασης επί της Α αιτήσεως δεδομένου ότι προέρχονται από τα κάτωθι εμπραγμάτως εξασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια (βλ. ΑΘ. ΚΡΗΤΤΚΟΣ, ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ Ν.3869/2010 ΟΠΩΣ ΪΣΧΥΕΙ ΜΕΤΑ ΗΣ ΕΠΕΛΘΟΥΣΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ, 2η ΕΚΔΟΣΗ, σελ. 143-145 παρ. 33-46): Ειδικότερα, προς τον καθ'ού πιστωτή του "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" ο Α αιτών οφείλει (βλ. την προσκομιζόμενη από την καθ’ ης πιστώτρια της Α' αίτησης από 18/6/2012 αναλυτική κατάσταση οφειλών του αιτούντος με ημερομηνία υπολογισμού των υπολοίπων την ημέρα κοινοποίησης της εν λόγω αίτησης προς την καθ ης πιστώτρια, ήτοι την 10.5.2012 {βλ. και την προσκομιζόμενη από τον Α αιτούντα υπ’ άρ. 5828β/10.5.2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών , που αφορά την επίδοση του αντιγράφου της Α αίτησης προς την καθ’ ης πιστώτρια της αίτησης αυτής}): 1) από το με αρ. λογαριασμού στεγαστικό δάνειο, για το οποίο ο Α αιτών ενέχεται ως οφειλέτης οφείλει συνολικά το ποσό των 56.867,69€ για κεφάλαιο, τόκους κι έξοδα. Η απαίτηση αυτή της καθής πιστώτριας είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης Β' σειράς εγγραφείσα για ποσό 77.0906 επί των ως άνω περιγραφόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος Α ορόφου και υπόγειας αποθήκης), που αποτελούν ενιαία την κύρια κατοικία του Α αιτούντος και του ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου (βλ. και τα αναφερόμενα στην ως άνω από 18/6/2012 βεβαίωση οφειλών του Α αιτούντος προς την καθής πιστώτρια της Α αίτησης προσκομιζόμενη από την τελευταία, σχετικά με τις εμπράγματες εξασφαλίσεις των απαιτήσεων της εν λόγω καθής πιστώτριας) και 2) από το με αρ. λογαριασμού στεγαστικό δάνειο, για το οποίο ο Α αιτών ενέχεται ως οφειλέτης οφείλει συνολικά το ποσό των 79.161,30€ για κεφάλαιο, τόκους κι έξοδα. Η απαίτηση αυτή της καθής πιστώτριας της Α αίτησης είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης Α' σειράς εγγραφείσα για ποσό 113.640€ επί των ως άνω περιγραφόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος Α ορόφου και υπόγειας αποθήκης), που αποτελούν ενιαία την κύρια κατοικία του Α αιτούντος και του ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου (βλ. και τα αναφερόμενα στην ως άνω από 18/6/2012 βεβαίωση οφειλών του Α αιτούντος προς την καθ’ ης πιστώτρια της Α αίτησης, προσκομιζόμενη από την τελευταία, σχετικά με τις εμπράγματες εξασφαλίσεις των απαιτήσεων της εν λόγω καθής πιστώτριας). Όσον δε αφορά την οφειλή του Α αιτούντος προς την άνω καθής πιστώτρια από το με αρ. λογαριασμού καταναλωτικό δάνειο, για το οποίο ενεχόταν ως οφειλέτης, η οφειλή αυτή αποδείχθηκε ότι έχει πλέον εξοφληθεί (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη από τον Α αιτούντα από 25-6-2013 επιστολή της καθής Τράπεζας περί εξόφλησης της σχετικής απαίτησης). Επομένως, ο Α' αιτών οφείλει στον άνω πιστωτή του το συνολικό ποσό των 136.028,99 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ενδίκου Β' αιτήσεως η Β αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία ήδη με την κοινοποίηση της Β αίτησης θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/10, ληξιπρόθεσμα και των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης οριστικής απόφασης επί της Β αιτήσεως, δεδομένου ότι προέρχονται από τα κάτωθι εμπράγματος εξασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια (βλ. Αθ. ΚΡΗΤΙΚΟΣ, ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ Ν.3869/2010 ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΕΙ ΜΕΤΑ ΗΣ ΕΠΕΛΘΟΥΣΕΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ, 2η ΕΚΔΟΣΗ, σελ. 143-145 παρ. 33-46): Ειδικότερα, προς τον καθ'ού πιστωτή της " " η Β αιτούσα οφείλει (βλ. την προσκομιζόμενη από την καθής πιστώτρια της Β' αίτησης από 18/6/2012 αναλυτική κατάσταση οφειλών της αιτούσας με ημερομηνία υπολογισμού των υπολοίπων την ημέρα κοινοποίησης της Β αίτησης προς την εν λόγω καθής πιστώτρια, ήτοι την 10.5.2012 {βλ. και την προσκομιζόμενη από την Β αιτούσα υπάρ. 5829β/10.5.2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών , που αφορά την επίδοση του αντιγράφου της Β αίτησης προς την καθ ης πιστώτρια της αίτησης αυτής}): 1) από το με αρ. λογαριασμού στεγαστικό δάνειο, για το οποίο η Β αιτούσα ενέχεται ως οφειλέτης, οφείλει συνολικά το ποσό των 56.867,69€ για κεφάλαιο, τόκους κι έξοδα. Η απαίτηση αυτή της καθής πιστώτριας είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης Β' σειράς εγγραφείσα για ποσό 77.090€ επί των ως άνω περιγραφόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος Α ορόφου και υπόγειας αποθήκης), που αποτελούν ενιαία την δυνητική κύρια κατοικία της Β αιτούσας και της ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου (βλ. και τα αναφερόμενα στην ως άνω από 18/6/2012 βεβαίωση οφειλών της Β αιτούσας προς την καθής πιστώτρια της Β αίτησης, προσκομιζόμενη από την τελευταία, σχετικά με τις εμπράγματες εξασφαλίσεις των απαιτήσεων της εν λόγω καθής πιστώτριας) και 2) από το με αρ. λογαριασμού στεγαστικό δάνειο, για το οποίο η Β αιτούσα ενέχεται ως οφειλέτης οφείλει συνολικά το ποσό των 79.161,306 για κεφάλαιο, τόκους κι έξοδα. : Η απαίτηση αυτή της καθής πιστώτριας της Β αίτησης είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης Α' σειράς εγγραφείσα για ποσό 113.640€ επί των ως άνω περιγραφόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος Α ορόφου και υπόγειας αποθήκης), που αποτελούν ενιαία την δυνητική κύρια κατοικία της Β αιτούσας και της ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου (βλ. και τα αναφερόμενα στην ως άνω από 18/6/2012 βεβαίωση οφειλών της Β αιτούσας προς τον καθού πιστωτή της Β αίτησης προσκομιζόμενη από τον τελευταίο, σχετικά με τις εμπράγματες εξασφαλίσεις των απαιτήσεων του εν λόγω καθ'ού πιστωτή). Επομένως η Β' αιτούσα οφείλει στον άνω πιστωτή της το συνολικό ποσό των 136.028,99 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω και ιδίως κατόπιν της αποδεικνυόμενης έλλειψης ρευστότητας των αιτούντων, αλλά και συνεκτιμώμενης και της γενικότερης δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας που επικρατεί στη χώρα μας κατά τα τελευταία έτη και της σημειούμενης αύξησης του κόστους ζωής (λόγω της υψηλής φορολόγησης λ.χ με επιβολή ΕΝΦΙΑ, με αύξηση του ΦΠΑ, ο οποίος μετακυλίεται στον καταναλωτή/αγοραστή των διατεθειμένων στην αγορά προϊόντων), οι αιτούντες έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε πραγματική μόνιμη αδυναμία να πληρώνουν τις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους για τις οποίες ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον και για την κανονική εξυπηρέτηση των οποίων η συνολική μηνιαία δόση ανερχόταν περίπου στο ποσό των 600€ (βλ. και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της Β αιτούσας, ο οποίος εξετάσθηκε και ανωμοτί ως διάδικος για την δική του Α αίτηση, οι καταθέσεις του οποίου περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά). Άλλωστε, κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και η περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του είναι ο χρόνος υποβολής της αίτησης του για υπαγωγή στο Ν.3869/10 και όχι ο χρόνος που ανέλαβε τις δανειακές του υποχρεώσεις. Λαμβανομένων υπόψη αφενός των ανωτέρω αλλά αφετέρου και της προοπτικής να βελτιωθεί η εισοδηματική κατάσταση των αιτούντων στο εγγύς μέλλον, σε περίπτωση εύρεσης από αυτούς εργασίας, δεδομένης της παραγωγικής ηλικίας στην οποία ευρίσκονται και της προϋπηρεσίας που διαθέτουν στον ιδιωτικό τομέα, κρίνεται από το παρόν δικαστήριο ότι θα πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του αρθ. 8 παρ. 3869/2010, να οριστούν μηδενικές μηνιαίες καταβολές για έκαστο των αιτούντων προς τον άνω πιστωτή τους και συγχρόνως να οριστεί νέα δικάσιμος μετά από χρονικό διάστημα είκοσι μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας, προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της εισοδηματικής τους κατάστασης ώστε να προσδιοριστούν ενδεχομένως στην επόμενη δικάσιμο μηνιαίες καταβολές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 (όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το ν. 4161/2013). Η επανεξέταση των υπό κρίση υποθέσεων αφορά τη ρύθμιση του αρθ. 8 παρ. 2 ν.3869/10 (ως αυτό ισχύει τροποποιηθέν από το ν.4161/2013) για καταβολές επί μία πενταετία. Από δε την δημοσίευση της παρούσας ξεκινάει ο προαναφερθείς χρόνος της πενταετίας ως διάρκεια των καταβολών, που τυχόν θα οριστούν με βάση το αρθ. 8 παρ. 2 του Ν.3869/2010 με την επόμενη δικαστική κρίση (βλ. Ι. Βενιέρης-Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν.3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 2η ΕΚΔΟΣΗ, σελ. 399, 2η παράγραφος). Για δε τον επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών των αιτούντων, εφόσον το θέμα της απαλλαγής τους από τα χρέη τους δεν εκκαθαρίζεται οριστικά με τη παρούσα ρύθμιση και για το ενδεχόμενο μεταβολής των εισοδημάτων τους, ορίζεται νέα δικάσιμος κατά τη προκειμένη διαδικασία η 17-1-2019, ημέρα Πέμπτη κατά την ώρα και στον χώρο που συνεδριάζει το παρόν δικαστήριο. Η παραπάνω πρώτη ρύθμιση (του άρθ.8 παρ.5 ν.3869/10) με την οποία ουδόλως εξοφλούνται οι απαιτήσεις της καθ' ης πιστώτριας των υπό κρίση αιτήσεων θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10 (όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 4161/2013), εφόσον προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση, εκ μέρους εκάστου των αιτούντων, της κύριας κατοικίας τους (δυνητικής για την Β αιτούσα), μετά το οποίο αυτή είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (βλ. ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΚΡΗΤΙΚΟ, ο.π. σελ. 215 - παρ. 21).

Επομένως, με βάση το αρθ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε οπό τον Ν.4161/2013, ο οφειλέτης θα πρέπει να καταβάλει προς τους πιστωτές του, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, συνολικό ποσό που μπορεί πλέον να ανέρχεται μέχρι και στο 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας του και εν προκειμένω για έκαστο των αιτούντων θα ανέλθει στο ποσό των 17.282,81€, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας του ιδανικού μεριδίου συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου εκάστου των αιτούντων επί της κύριας κατοικίας τους (δυνητικής για την Β αιτούσα. Η αποπληρωμή του παραπάνω ποσού εξ ευρώ 17.282,81 για έκαστο των αιτούντων θα γίνει με μηνιαίες καταβολές, ύψους εκάστης 72,01€ επί 20 χρόνια, άλλως επί θα αρχίσουν την πρώτη (1η ) ημέρα του πρώτου (1ου ) μήνα μετά την πενταετίας από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης δηλαδή θα πρέπει να δοθεί περίοδος χάριτος πέντε ετών, όπως το επιτρέπει το άρθρο 9 παρ. 2 εδ. γ του ν.3869/2010 και θα γίνονται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός. Για δε τον ορισμό του παραπάνω χρόνου εξόφλησης λαμβάνονται υπόψη η διάρκεια των δανείων των αιτούντων, το σύνολο των χρεών τους η οικονομική τους δυνατότητα και η ηλικία τους. Επίσης η αποπληρωμή του παραπάνω ποσού ύψους 17.282,81€ θα γίνει από έκαστο των αιτούντων εντόκως χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Από δε τις καταβολές της ρύθμισης αυτής θα ικανοποιηθεί προνομιακά μέρος της απαίτησης της καθ'ής πιστώτριας των υπό κρίση αιτήσεων "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" από το με αρ. λογαριασμού 4213198871 στεγαστικό δάνειο, καθόσον η απαίτηση από το εν λόγω δάνειο, όπως προαναφέρθηκε, είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης Α1 σειράς εγγραφείσα επί της κύριας κατοικίας των αιτούντων (ΑΚ 1272 και 1300). Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει οι κρινόμενες και συνεκδικαζόμενες υπό Α και Β αιτήσεις να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ΄ουσίαν και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στις αιτήσεις αυτές οφειλές εκάστου των αιτούντων, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας τους από τη ρευστοποίηση, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή των αιτούντων από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι του πιστωτή τους θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (αρθρ. 11 παρ. 1 Ν. 3869/2010) μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων, που τους επιβάλλονται με την απόφαση αυτή και με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποιήσεως της παρούσας ρύθμισης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το αρθρ. 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010.

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την με αριθ. καταθ. δικογράφου /27-4-2012 Α1 αίτηση με την με αρ. καταθ. δικογράφου /27-4-2012 Β'αίτηση.

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων της Α' αίτησης και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων της Β αίτησης.

Δέχεται εν μέρει την Α'αίτηση.

Δέχεται εν μέρει την Β' αίτηση.

Ρυθμίζει τα χρέη εκάστου των αιτούντων με τον ορισμό μηδενικών καταβολών προς τον Καθ’ ου πιστωτή τους, για χρονικό διάστημα είκοσι μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και συγκεκριμένα μέχρι την 16-1-2019.

Ορίζει νέα δικάσιμο την 17-1-2019, ημέρα Πέμπτη κατά την ώρα και στον τόπο που συνεδριάζει το παρόν δικαστήριο, για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών εκάστου των αιτούντων επί μία πενταετία, η διάρκεια της οποίας ξεκινάει από την δημοσίευση της παρούσας.

Διατάσσει την Γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου να εισαγάγει αυτεπαγγέλτως τις υποθέσεις των συνεκδικαζόμενων Α' και Β' αιτήσεων στο σχετικό πινάκιο για την οριζόμενη ως άνω νέα δικάσιμο προς επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών των αιτούντων.

Εξαιρεί της εκποίησης την κύρια κατοικία των αιτούντων (που είναι δυνητική κύρια κατοικία για την Β αιτούσα), ήτοι το υπό στοιχεία Α2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επιφάνειας 60,08 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 135/οοο εξ αδιαιρέτου, μιας πολυκατοικίας κτισμένης επί οικοπέδου, που βρίσκεται στ , στην οδό επί της οποίας φέρει τον αριθμό , στο οποίο (διαμέρισμα) ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση η υπό στοιχεία Θ.Σ.2 ανοικτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του πίσω ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, επιφάνειας 10,125 τ.μ, μετά της εξυπηρετούσας λειτουργικούς το παραπάνω διαμέρισμα η υπό στοιχεία ΑΠ-5 υπόγειας αποθήκης επιφάνειας 6,33 τ.μ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 1/οοο εξ αδιαιρέτου, της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας τα οποία ανήκουν σε έκαστο των αιτούντων κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.

Επιβάλλει σε έκαστο των αιτούντων την υποχρέωση να καταβάλει, για την διάσωση της ως άνω κύριας κατοικίας του (δυνητικής για την Β αιτούσα), στην μοναδική πιστώτρια του « », προς προνομιακή ικανοποίηση μέρους της εμπραγμάτως εξασφαλισμένης - με προσημείωση υποθήκης Α' σειράς- απαίτησης της που απορρέει από το με αρ. λογαριασμού στεγαστικό δάνειο, το συνολικό ποσό των 17.282,81€, με μηνιαίες καταβολές ποσού εκάστης 72,01€ και επί διακόσιους σαράντα (240) μήνες (άλλως για 20 χρόνια). Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει για έκαστο των αιτούντων συμπλήρωση χρονικού διαστήματος πέντε ετών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης (ήτοι από 1-7-2022), θα γίνεται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός και θα γίνει εντόκως χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο Ίλιον Αττικής την 6-6-2017, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ