Διαγραφή 84% του χρέους και διάσωση ακίνητης περιουσίας-πρώτης κατοικίας. Δανειολήπτης με συνολικές οφειλές ύψους 140.173,60 ευρώ διέσωσε και την πρώτη κατοικία της επιφάνειας 110 τ.μ .Το δικαστήριο τον υποχρέωσε να καταβάλλει το ποσό των 10.929,60 ευρώ, με μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 151,80 ευρώ σε 72 μηνιαίες δόσεις (6 χρονιά Χ 12 μήνες). Στην ρύθμιση της πρώτης πενταετίας θα καταβάλλει 200 ευρώ το μήνα , δηλαδή 12.000 ευρώ σε 60 δόσεις. Συνολικά το τέλος της 11ετούς ρύθμισης θα έχει καταβάλλει 22.929,60 ευρώ ενώ όφειλε κατά την υποβολή της αίτησης 140.173,60 ευρώ και θα έχει διασώσει την κύρια κατοικία του . Το συνολικό κούρεμα του χρέους της φτάνει το 84% του συνολικού χρέους:

 

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΥΡΙΟΥ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΦΑΚΕΛΟΥ /2014

Αριθμός Απόφασης 215 /2017

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΥΡΙΟΥ

Συγκροτήθηκε από την Δόκιμη Ειρηνοδίκη Λαυρίου και τη Γραμματέα . Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 31 Οκτωβρίου 2016, για να δικάσει μεταξύ: Του αιτούντος: του , κατοίκου Αττικής, Θέση « », οδός , αριθμός , ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Της μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας, η οποία κατέστη διάδικος μετά τη νόμιμη κλήτευση της [άρθρα 5 ν.3869/2010 και 748 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.] και παρίστανται ως εξής: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία « .», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός , αρ. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της . Της εγγυήτριας : του , κατοίκου Αττικής, οδός , αριθμός , η οποία δεν εκπροσωπήθηκε. Ο αιτών ζητά να γίνει δεκτή η από 25-06-2014 και με αριθμ. εκθ. καταθ. /25-06-2014 αίτηση του, που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό, για όσους λόγους επικαλείται σ' αυτή. Για την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής ορίστηκε αρχικά η δικάσιμος της 15/4/2016 και κατόπιν αναβολής η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Ακολούθησε η συζήτηση όπως αναφέρεται στα πρακτικά.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την με αριθμό 10833Β'/26-10-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών , που προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών, ακριβές αντίγραφο της αίτησης του με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 31-10-2016, επιδόθηκε στην ως άνω εγγυήτρια εκπρόθεσμα, πλην όμως κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η εν λόγω παράβαση της δικονομικής διάταξης δεν προκάλεσε βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της εν λόγω ακυρότητας. Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να δικασθεί ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (αρθρ. 754 παρ. 2 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 236 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 5 του Ν. 3994/2011, «Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση πρέπει να φροντίζει... τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση...να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστους με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών». Το ως άνω άρθρο ισχύει και στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού προσαρμόζεται στη διαδικασία αυτή και δεν αντιτίθεται στις διατάξεις που την ρυθμίζουν (άρθρο 741 του Κ.Πολ.Δ.). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 744, 745, 751 Κ.Πολ.Δ., ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, ο οποίος επιβάλει και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης, επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρο 115 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρθρο 747 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επομένως και του αιτήματος αυτής (ΑΠ1131/87 ΝοΒ 36/1601, ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΝΟΜΟΣ και ενδεικτικά Ειρ. Κορίνθου 121/2012 ΝΟΜΟΣ). Επομένως στην εκούσια δικαιοδοσία ο αιτών δύναται ελεύθερα να συμπληρώνει και διορθώνει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση ή με τις προτάσεις του κατά την συζήτηση (άρθρα 238 και 256 του Κ.Πολ.Δ.), αρκεί η διόρθωση να μην είναι τόσο εκτεταμένη ώστε να προκαλείται μεταβολή της αιτήσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή, για να είναι επιτρεπτή η μεταβολή θα πρέπει να γίνεται με την άδεια του δικαστή κατά το μέτρο που η μεταβολή δεν βλάπτει τα συμφέροντα των συμμετεχόντων στη δίκη ή τρίτων. Άλλωστε στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές •δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού προσώπου. Συνεπώς, ο σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η προσαρμογή των ρυθμιστικών μέτρων στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες πραγματικές καταστάσεις προς πραγμάτωση του σκοπού της, προς επέλευση δηλαδή του ρυθμιστικού αποτελέσματος (βλ. Εφ.ΑΘ. 1639/07 ΑΠ 640/03 ΕλλΔνη45,1347, Κ. Μπέη Πολ.Δ. άρθρο 758 παρ. 3 αρ. 16 σελ. 326 και 330 Και Ειρ. Πατρών 25/2013, Ειρ. Κορίνθου 121/2012, Ειρ.Καβάλας. 161/2012 ΝΟΜΟΣ). Εφόσον επομένως το αντικείμενο της υποθέσεως στις δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας εξαντλείται στη λήψη του αιτούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δίχως δεσμευτική διάγνωση κάποιας έννομης σχέσης, είναι επιτρεπτή η προβολή και νέων πραγματικών ισχυρισμών, ώσπου να καταστεί η υπόθεση ώριμη για την έκδοση οριστικής απόφασης (άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και η παράλειψη αναφοράς γεγονότων που συνιστούν τις προϋποθέσεις του ζητούμενου ρυθμιστικού μέτρου, δεν προκαλούν το απαράδεκτο της αιτήσεως. Επιπλέον, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσο προστασίας κυρίως δημόσιας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργή συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή> διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης (ΕφΑΘ 2735/00, 4462/02, 2188/08 ΤΝΠ- ΝΟΜΟΣ, και Π. Αρβανιτάκη στον Κ.Πολ.Δ. Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, υπ' άρθρο 747, αριθ. 7). Για το λόγο αυτό εξάλλου, στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, εφαρμόζεται το ανακριτικό (άρθρα 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και όχι το συγκεντρωτικό σύστημα (άρθρα 745 και 765 του Κ.Πολ.Δ.). Υπό το προαναφερθέν ρυθμιστικό περιβάλλον η μεταβολή (συμπλήρωση, διόρθωση ή και διαγραφή) των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αίτηση για τις οφειλές, τα περιουσιακά στοιχεία, την κοινωνική κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη, όχι μόνον είναι επιτρεπτή, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται (βλ. ενδεικτικά Ειρ. Καβάλας 161/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με την κρινόμενη αίτηση, ο αιτών, την οποία προ πάσης συζητήσεως, παραδεκτά συμπληρώνει και διορθώνει, με την δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του δήλωση του ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα συνταχθέντα και ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά αλλά και με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις του και για όσα αναλυτικά αναφέρει σε αυτές, χωρίς να μεταβάλλεται η ιστορική βάση της, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του προς την πιστώτρια, που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητά τη ρύθμιση των χρεών του και την προστασία της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υποβάλλει και αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση που εκθέτει αναλυτικά, με σκοπό τη μερική απαλλαγή του απ' αυτά. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθ 3 του Ν 3869/2010 σε συνδυασμό με τα αρθ. 739 επ. ΚΠολΔ) καθόσον από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου στα τηρούμενα αρχεία προέκυψε ότι δεν εκκρεμεί άλλη όμοια αίτηση του αιτούντος, ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές του. Περαιτέρω, η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 8, 9 του Ν.3869/2010, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίηση τους από τον Ν 4161/2013, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχουν κατατεθεί τα γραμμάτια προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής και δεν έχει επιτευχθεί προδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του αιτούντος και των πιστωτριών του. Η καθ' ης η αίτηση-πιστώτρια της υπό κρίση αίτησης με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, αρνήθηκε την εναντίον της αίτηση ως νόμω και ουσία αβάσιμη, προς απόκρουση της δε πρότεινε παραδεκτά Α) την ένσταση απαραδέκτου της αίτησης, για το λόγο ότι δεν έχει γίνει νόμιμη κοινοποίηση της υπό κρίση αίτησης στους εγγυητές των συμβάσεων. Ως προς την ένσταση αυτή λεκτέα είναι τα ακόλουθα : Κατ' αρχάς η μη κοινοποίηση της αίτησης στους εγγυητές θα προκαλούσε το απαράδεκτο της συζήτησης αυτής και όχι το απαράδεκτο της αίτησης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των συμβάσεων των δανείων της καθ' ης, ο αιτών όφειλε να κοινοποιήσει την υπό κρίση αίτηση μόνο στην , η οποία είχε εγγυηθεί υπέρ του αιτούντος και της εν διαστάσει συζύγου του στην με αριθμό 650000109388 σύμβαση. Στην εν λόγω εγγυήτρια, κοινοποιήθηκε η αίτηση δυνάμει της με αριθμό 10833Β/26-10-2016 έκθεσης επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών . Αν και αυτή επιδόθηκε μετά την τασσόμενη εκ του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 προθεσμία των 15 ημερών, ωστόσο κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η εν λόγω παράβαση της δικονομικής διάταξης δεν προκάλεσε βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της εν λόγω ακυρότητας και συνεπώς η εν λόγω ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, Β) την ένσταση αοριστίας της αίτησης, που είναι απορριπτέα ως αβάσιμη αφού η αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη ως περιέχουσα με πληρότητα όλα τα κατά το νόμο (αρθ. 4 παρ. 1 Ν.3869/2010) αναγκαία περιστατικά για τον προσδιορισμό του είδους και του αιτήματος της (αρθρ. 216, 747 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα ο αιτών αναφέρει στο υπό κρίση δικόγραφο της αίτησης του: 1) ότι είναι φυσικό πρόσωπο και βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, 2) έλλειψη στο πρόσωπο του πτωχευτικής ικανότητας, 3)κατάσταση της περιουσίας και των εισοδημάτων του, 4)κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους, 5) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του και 6) αίτημα ρύθμισης αυτών με σκοπό την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή του, δεδομένου ότι πέραν των παραπάνω κανένα άλλο στοιχείο δεν απαιτείται για το ορισμένο της αίτησης, τα αναφερόμενα δε από τους ανωτέρω πιστωτές ως ελλείποντα στοιχεία, δεν αποτελούν στοιχεία του ορισμένου της αίτησης και είναι αντικείμενο αποδείξεως και ανταποδείξεως κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας και ειδικότερα των όρων της υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του Ν.3869/2010, Γ) Την ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης λόγω μη αναφοράς στην αίτηση των εισοδημάτων της εν διαστάσει συζύγου του αιτούντος. Πράγματι, κατ" επιταγή του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010, «.... η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ιδίου και του συζύγου του...». Στην υπό κρίση περίπτωση ωστόσο, προέκυψε ότι ο αιτών βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγο του, με την οποία δεν έχει πλέον επικοινωνία, δεδομένου μάλιστα ότι έχει κατατεθεί αίτηση συναινετικού .διαζυγίου ως .κατωτέρω αναφέρεται. Συνεπώς, δεν μπορεί να αναμένει τον συνυπολογισμό των εισοδημάτων της για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου, ενώ καθίσταται αδύνατη η διαπίστωση των εισοδημάτων της και κατά συνέπεια και η ωφέλεια απ' αυτά, καθώς κατά τα ως άνω, η συμβίωση τους έχει λήξει προ πολλού. Σημειωτέον δε, ότι στην αίτηση γίνεται .αναφορά περί της εργασίας της εν διαστάσει συζύγου του .αιτούντος, αφού αναφέρει ότι η ο διατηρούσε κατά το παρελθόν μικρό πρατήριο φούρνου και συνάγεται, γεγονός που ανέφερε ρητώς με τις προτάσεις του, ότι έχει διακόψει τις εργασίες του. Εξάλλου, όλα αυτά τα χρόνια ο αιτών, ήτοι από το οικονομικό έτος 2014, υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις ατομικά. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η σχετική ένσταση θα πρέπει ν' απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη. Δ) Την παράβαση καθήκοντος αληθείας - ένσταση ανειλικρινούς δήλωσης, λόγω απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος και δη λόγω του ότι αφενός μεν ανειλικρινώς αποκρύπτει το οικογενειακό του εισόδημα και αναφέρει ότι είναι σε διάσταση με τη σύζυγο του, ένσταση η οποία τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη, ως αναλύθηκε ανωτέρω αναφορικά με τα εισοδήματα της εν διαστάσει συζύγου του. Αφετέρου, λόγω της από μέρους του δόλιας απόκρυψης της λήψης προνοιακού επιδόματος από τον υιό του, ύψους 313 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι τον συνδράμει με ποσό 300 ευρώ μηνιαίως, ισχυρισμός όμως ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς αφενός μεν στην υπό κρίση αίτηση ο αιτών δεν αναφέρει ότι διαμένει με τον υιό του, παρά αναφέρει σε πλείστα σημεία ότι διαμένει πλέον μόνος του, αφετέρου αναφέρει ότι τον συνδράμει οικονομικά δίνοντας του 300 ευρώ μηνιαίως, γεγονός που άλλωστε έχει υποχρέωση εκ του νόμου, ανεξαρτήτως του αν διαμένει μαζί του ο υιός του, καθώς λόγω του αναφερόμενου προβλήματος υγείας του ανήκει στα προστατευόμενα μέλη και άρα έχει υποχρέωση διατροφής αυτού. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, αναφέρει στην υπό κρίση αίτηση του ότι λαμβάνει μηνιαίως ένα μικρό επίδομα από την πρόνοια. Ωστόσο, το ύψος των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και των τυχόν προστατευόμενων μελών του κρίνεται από το δικαστήριο, το οποίο και δύναται να προσδιορίζει το ύψος αυτών. Συνεπώς, η αναφορά ή μη του βοηθήματος που λαμβάνει ο υιός του αιτούντος, δεν συνιστά παράβαση του καθήκοντος αληθείας καθώς άλλωστε υποχρέωση αναφοράς εισοδημάτων υφίσταται μόνο για τον αιτούντα και τον/την σύζυγο αυτού και για όχι για τα λοιπά μέλη της οικογένειας του. Ήδη δε προ πάσης συζητήσεως, διορθώθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις το ύψος των βιοτικών αναγκών του αιτούντος, καθώς αφαιρέθηκε το ποσό των 300 ευρώ που απαιτείτο για την κάλυψη του αναγκών του ενήλικου υιού του και αναφέρεται μόνο ένα ποσό 130 ευρώ που αφορά λοιπά/έκτακτα έξοδα/συνδρομή τέκνου. Ε) Την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αιτούντος λόγω της εμπορικής του ιδιότητας, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 1 παρ.1 του Ν.3869/2010 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ΣΤ) Την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι ο αιτών περιήλθε εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμής, δανειζόμενος ποσά εν γνώσει της αδυναμίας συνεπούς αποπληρωμής τους. Με αυτό το περιεχόμενο, η ένσταση αυτή είναι αόριστη και απορριπτέα. Τούτο διότι, τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν στον λεγόμενο «υπεύθυνο δανεισμό» των οφειλετών τους και ως εκ τούτου, υποχρεούνται να εξετάζουν την πιστοληπτική ικανότητα του κάθε υποψήφιου οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις, εξυπηρετώντας τις πληρωμές του. Συνεπώς, αναγνωρίζεται ένα είδος συνευθύνης και συνυπαιτιότητας των δανειστών, καθώς δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές (ΕιρΘηβών 2/2011, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Δολιότητα, επομένως θα μπορούσε να νοηθεί μόνον εάν ο δανειολήπτης εξαπάτησε τους υπαλλήλους του πιστωτικού ιδρύματος προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις του που δεν έχουν καταχωρηθεί στις από τις τράπεζες αξιοποιούμενες βάσεις δεδομένων της οικονομικής συμπεριφοράς των πελατών τους (βλ. σχετικά .Αθ. Κρητικού Ρύθμιση των: οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων έκδοση 2012 σελ- 57, ΕιρΚαλυμν 1/2012 ΝοΒ 2012.563, ΕΙρΜουδ2/2012, ΕιρΑλμωπ 60/2012, ΕιρΝ.Ιωνίας 4/2011, Τράπεζα Νομικώνχ Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ), πραγματικά περιστατικά που, στην προκείμενη περίπτωση, δεν επικαλούνται οι ενιστάμενες τράπεζες. Επιπλέον, αν κατά την εξέταση της πιστοληπτικής ικανότητας του υποψήφιου δανειολήπτη διαπιστωθεί από το πιστωτικό ίδρυμα ότι εκείνος αδυνατεί ν' ανταπεξέλθει στις συμβατικές του υποχρεώσεις, εξυπηρετώντας τις πληρωμές του, πρέπει, στα πλαίσια της ασφάλειας των συναλλαγών, να απέχει (το πιστωτικό ίδρυμα) από το δανεισμό (να μην καταρτιστεί η σύμβαση) σε βάρος, έστω, των οικονομικών του συμφερόντων (ΕιρΛαρ 78/2013 ό.π. με εκεί παραπομπές). Η) Την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, λόγω του ότι αιτείται τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους των χρεών του, προτείνοντας καταβολές πολύ μικρού ύψους, χρησιμοποιώντας και το τέχνασμα της διάστασης με τη σύζυγο του, καθώς και λόγω του ότι και η εν διαστάσει σύζυγος του έχει υποβάλει αίτημα για την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Η ένσταση αυτή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της ένδικης αίτησης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο 281ΑΚ, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές (Α.Π. 1006/1999), κατά το μέρος, δε, που αφορά στο ασκούμενο δια της αιτήσεως δικαίωμα του, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι ακόμη και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ, αφού η άσκηση της αίτησης είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του Ν. 3869/2010, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του με απαλλαγή από αυτά, με παράλληλη ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του πιστωτή, η ρύθμιση δε αυτή βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Σε κάθε περίπτωση, η υπαγωγή στις διατάξεις του ως άνω νόμου εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου και η αίτηση θα γίνει δεκτή μόνο με τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 2 του νόμου αυτού, άλλως αυτή θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος που δόθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, όπως περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του σε συνδυασμό με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336/4 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων {άρθρο 744 ΚΠολΔ) και την στο ακροατήριο προφορική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο αιτών είναι σήμερα 72 ετών, συνταξιούχος από το έτος 2009 και λαμβάνει ως μηνιαία σύνταξη το ποσό των 817,54 ευρώ (βλ. ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης Σεπτεμβρίου 2016). Είναι σε διάσταση με τη σύζυγο του από το έτος 2013 (βλ. την από 21/09/2016 κλήση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για επαναφορά της συζήτησης της αίτησης συναινετικού διαζυγίου), η οποία διαμένει σε χωριστή οικία. Από το γάμο τους έχουν αποκτήσει 2 ενήλικα σήμερα τέκνα. Από το έτος 1996 έως και το 2009 που συνταξιοδοτήθηκε ο αιτών, δεν εργαζόταν παρά βοηθούσε μόνο την εν διαστάσει σύζυγο του στην ατομική επιχείρηση - πρατήριο φούρνου που διατηρούσε μέχρι και το έτος 2009, οπότε και όπως δηλώνει διέκοψε τις εργασίες της και έκτοτε είναι και αυτή άνεργη. Ο αιτών, ως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες συμβάσεις δανείων, έλαβε τον κύριο όγκο των δανείων του κατά το έτος 2001 και 2005, που παρόλο που ο ίδιος ήταν άνεργος, ωστόσο τα οικογενειακά του εισοδήματα, αφού η σύζυγος του διατηρούσε την ως άνω ατομική επιχείρηση - πρατήριο φούρνου, του επέτρεπαν να ανταποκρίνεται στις δανειακές του υποχρεώσεις, καθώς ως κατέθεσε και ο μαρτυράς του, τα οικογενειακά τους εισοδήματα τότε ανέρχονταν στο ποσό των 2.000 ευρώ - 2,500 ευρώ μηνιαίως. Από όταν όμως η εν διαστάσει σύζυγος του έκλεισε την ως άνω επιχείρηση, ήτοι το έτος 2009, σε συνδυασμό και με την οικονομική κρίση η οποία έπληξε τη χώρα, ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των οφειλών του. Το εισόδημα δε του ιδίου, από τη σύνταξη του, έχει υποστεί σημαντική μείωση, καθώς άλλωστε και από τα μέσα του έτους 2013, βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγο του και καλύπτει μόνος του τις ανάγκες του. Ενδεικτικά τα εισοδήματα του αιτούντος κατά τα οικονομικά έτη 2012, 2013 και 2014 και κατά τα φορολογικά έτη 2014 και 2015 ανέρχονταν στο ποσό των 12.112,60 ευρώ, 11,143,20 ευρώ, 10,351,20 ευρώ, 10.351,23 ευρώ και 10.243,28 ευρώ αντίστοιχα. Ο αιτών έχει στην πλήρη κυριότητα του κατά ποσοστό 50% α) μια ημιτελή μονοκατοικία επιφάνειας 110 τ.μ., έτους κατασκευής 2001, η οποία βρίσκεται Αττικής, θέση « », η οποία και αποτελεί την κύρια κατοικία του, το υπόλοιπο δε 50% της πλήρους κυριότητας ανήκεις στην εν διαστάσει σύζυγο του. Η αντικειμενική του αξία (σύμφωνα με τη δήλωση ΕΝΦΙΑ έτους 2016) ανέρχεται στο ποσό των 13.662 ευρώ και 2) μια μονοετή καλλιέργεια επιφάνειας 900 τ.μ., ακίνητο το οποίο νομίμως και παραδεκτώς συμπλήρωσε με τις προτάσεις του ο αιτών, το οποίο όμως, δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, λόγω της πολύ χαμηλής αντικειμενικής αξίας του, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη δήλωση ΕΝΦΙΑ 2016, όπου αναγράφεται ότι ο αναλογούν φόρος ανέρχεται μόλις στο ποσό των 7,65 ευρώ, γι' αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ1 αρθρ. 9 παρ. 1 ν. 3869/10 εκποίηση του. Όσον αφορά δε το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΧΕ, μάρκας , έτους πρώτης κυκλοφορίας 1984, 1.170 κυβικών, το οποίο ανήκε κατά 30 % στην κυριότητα του αιτούντος, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενο με αριθμό 19555/2014 πιστοποιητικό καταστροφής, αυτό δεν υφίσταται πλέον αφού παραδόθηκε προς καταστροφή λόγω της παλαιότητας του και της αποφυγής περαιτέρω εξόδων. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη από την καθ' ης : 1) καταναλωτικό δάνειο με την με αριθμό 11125974703 σύμβαση, από την οποία η οφειλή του στις ανέρχεται στο ποσό των 16.209,55 ευρώ και 2) σύμβαση πίστωσης με την με αριθμό 33016073 σύμβαση, από την οποία η οφειλή του ανέρχεται στο ποσό των 43.515,63 ευρώ, στην οποία ο αιτών ενέχεται ως εγγυητής, 3) στεγαστικό δάνειο με την με αριθμό 65035537 σύμβαση, από την οποία η οφειλή του ανέρχεται στο ποσό των 43.752,24 ευρώ, στην οποία ο αιτών ενέχεται ως εγγυητής, 4} στεγαστικό δάνειο με την με αριθμό 650000109388 σύμβαση, από την οποία η οφειλή του ανέρχεται στο ποσό των 17.068,73 ευ ρω, 5) πιστωτική κάρτα με την με αριθμό 4792730942094208 σύμβαση, από την οποία η οφειλή του ανέρχεται στο ποσό των 5.353,51 ευρώ και 6) πιστωτική κάρτα με την με αριθμό 5458651016934016 σύμβαση, από την οποία η οφειλή του ανέρχεται στο ποσό των 14.273,94 ευρώ και συνολικά οι οφειλές του αιτούντος ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 140.173,60 ευρώ. Σημειωτέον, ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αιτών συμβλήθηκε ως εγγυητής σε μία σύμβαση πίστωσης που έλαβε η εν διαστάσει σύζυγος του, καθώς οι λοιπές αφορούν στεγαστικά δάνεια, χωρίς, όμως, από την ενέργεια του αυτή να έχει αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα καθώς η εγγύηση δεν δόθηκε για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια. Η κατ’ επάγγελμα παροχή εγγυήσεων μέσω της οποίας ο εγγυητής επιδιώκει το κέρδος συνιστά εμπορική πράξη που προσδίδει την εμπορική ιδιότητα (ΠΠρΑΘ 646/2005 ΔΕΕ 2005, σ. 1176). Θεωρείται, ορθώς, ότι η μεμονωμένη παροχή εγγύησης, έστω και με την κτήση ή προσδοκία κτήσης οφέλους, υπέρ μόνο ενός πρωτοφειλέτη ή μόνο σε ένα δάνειο δεν προσδίδει τον χαρακτηρισμό της κα^ επάγγελμα εγγυήσεως κέρδους (ΜΠρΡοδ 67/2012 ΝΟΜΟΣ για εγγύηση συζύγου, ΠΠρΑΘ 646/2005 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 739/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσ 4766/2012). Ο αιτών, από το έτος 2009, βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του, κυρίως λόγω της μείωσης των εισοδημάτων των δικών του αλλά και της ανεργίας της συζύγου του από το έτος 2009 λόγω της διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης της, της διάστασης του με τη σύζυγο του το έτος 2013, της αύξησης του κόστους ζωής και της υπερφορολόγησης, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο. Σημειώνεται δε ότι ο αιτών, αντιμετωπίζει και σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ιατρικά έγγραφα.

Ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία, καθ' όσον τα έσοδα του, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών του. Η αδυναμία του αυτή οφείλεται στον αριθμό των δανείων που έχει λάβει και το ύφος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση τους, επίσης στα υψηλά επιτόκια με τα οποία επιβαρύνονται ως στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης του, οι οποίες υπολογίζονται από το παρόν Δικαστήριο περίπου μηνιαίως πλέον στο ποσό των 600 ευρώ. Εξάλλου, η αδυναμία πληρωμών καθορίζεται με βάση τη σχέση οφειλών και παροντικής ρευστότητας, αφού ληφθεί υπόψη και η προβλεπόμενη για το εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του οφειλέτη. Εφόσον η σχέση αυτή είναι αρνητική με την έννοια ότι η ρευστότητα του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμών (Κλ. Ρούσσος Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα}. Στην περίπτωση του αιτούντος υπάρχει έλλειψη ρευστότητας, έλλειψη δηλαδή χρημάτων ικανών για να μπορέσει να ανταποκριθεί στα (ληξιπρόθεσμα) χρέη του. Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 κα ειδικότερα αυτές των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ.2. Έτσι η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στην πιο πάνω πιστώτρια από τα εισοδήματα του επί πενταετία στην οποία πρέπει να συνυπολογιστεί και το διάστημα από τον Οκτώβριο του 2014 (έναρξη καταβολών δυνάμει της από 17/09/2014 προσωρινής διαταγής) μέχρι και τον Οκτώβριο του 2016 (συζήτηση της κρινόμενης αίτησης), δηλαδή χρονικό διάστημα 25 μηνών, κατά το οποίο ο αιτών κατέβαλε στην καθ' ης το συνολικό ποσό των 2.500 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενα αποδεικτικά καταθέσεων). Έτσι, ο αιτών θα πρέπει να προβεί σε καταβολές, στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ.2 του Νόμου, για χρονικό διάστημα 36 μηνών, ήτοι 3 ετών. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, το προς διάθεση στις πιστώτριες του ποσό, λαμβανομένων υπόψη των βασικών προσωπικών και οικογενειακών του αναγκών ανέρχεται στο ποσό των 200,00 ευρώ το μήνα, ποσό το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές του δυνατότητες. Το συνολικό ποσό των οφειλών του ανέρχεται στο ποσό των 140.173,60 ευρώ. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της πενταετίας, η καθ1 ης θα έχει λάβει το συνολικό ποσό των 9.700 ευρώ (25 μήνες Χ 100 ευρώ = 2.500 + 36 μήνες Χ 200 ευρώ = 7.200 ευρώ) με υπόλοιπο οφειλής το ποσό των 130.473,60 ευρώ (140.173,60 ευρώ - 9.700 ευρώ). Η παραπάνω πρώτη ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρθρ. 9 παρ. 2 ν. 3869/10, εφόσον με τις καταβολές επί 5ετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων της καθ' ης πιστώτριας του αιτούντος και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κατοικίας του από την εκποίηση, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική νια το Δικαστήριο (βλ. σε Κρητικό ο.π. σελ. 148, αριθ. 16). Έτσι θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές νια τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή το ποσό των 10.929,60 ευρώ (13.662,00 Χ 80%). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει από τον πρώτο μήνα μετά τη λήξη των ανωτέρω καταβολών του άρθρου 8 παρ.2 του Ν. 3869/2010, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε 6 χρόνια, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των χρεών του αιτούντος, της οικονομικής του δυνατότητας και της ηλικίας του. Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της καθ' ης, με μηνιαίες καταβολές επί 72 μήνες (6 χρόνια Χ 12), ποσού 151,80 ευρώ το μήνα.

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και να ρυθμιστούν τα χρέη του αιτούντος με σκοπό την απαλλαγή του με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρα 8 παρ.6 του ν.3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Δέχεται τη ν αίτηση.

Ρυθμίζει τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές προς την πιστώτρια του επί μία πενταετία (η έναρξη της οποίας τοποθετείται τον μήνα Οκτώβριο του 2014), οι οποίες θα γίνονται μέσα στο πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, αρχής γενομένης από τον πρώτο μετά τη δημοσίευση της απόφασης μήνα, ποσού διακοσίων (200) ευρώ.

Εξαιρεί της εκποίησης την κύρια κατοικία του αιτούντος και συγκεκριμένα μια ημιτελή μονοκατοικία επιφάνειας 110 τ.μ.; έτους κατασκευής 2001, η οποία βρίσκεται , θέση « », και η οποία του ανήκει κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50%.

Επιβάλλει στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωση της κατοικίας του μηνιαίως στην καθ' ης το ποσό των εκατόν πενήντα ενός ευρώ και ογδόντα λεπτών (151,80 ευρώ) και επί 72 μήνες. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα γίνεται εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά τη λήξη των ανωτέρω καταβολών του άρθρου 8 παρ.2 του Ν. 3869/2010 και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στο Λαύριο στις 14 Ιουνίου 2017.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ