Αριθμός απόφασης: 1517/2017

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Ειρηνοδίκη Αθηνών που όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα . ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 26-01-2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: του και της , κατοίκου , οδός αρ. που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Τσουκαλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. ΤΩΝ ΜΕΤΕΧΟΥΣΩΝ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΔΙΑΔΙΚΟΙ ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΟΜΙΜΗ ΚΑΗΤΕΥΣΗ ΤΟΥΣ: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία « » και το διακριτικό τίτλο « » που εδρεύει στην Αθήνα, οδός αρ. , νομίμως εκπροσωπούμενης που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της , η οποία κατέθεσε προτάσεις, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία « » και το διακριτικό τίτλο « » που εδρεύει στην Αθήνα, οδός αρ. , νομίμως εκπροσωπούμενης που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της , ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 3) ανώνυμης εταιρίας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία « » που εδρεύει στην Αθήνα, , , νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο. ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ: τον του , κάτοικο , οδός αρ. , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο. Η αιτούσα με την από αίτηση της, εκούσιας δικαιοδοσίας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμ. έκθ. κατάθ. / 03-06-2015 ζητεί να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται σε αυτή. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίσθηκε αρχικά η δικάσιμες της και κατόπιν αναβολής, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της και κατά τη συζήτηση της στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν επί της έδρας.

ΑΦΟΥ ΜΕΑΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. 9763Ε/05-06-2015 και 3456/12-06-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 16-02-2016, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα στην τρίτη καθής με την επωνυμία « » και στον εγγυητή του , κάτοικο , οδός αρ. , εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών οχό την κατάθεση της αίτησης (αρ. 5 παρ. 1 Ν. 3869/2010 όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 αρ. 85 Ν. 3996/2011, ΦΕΚ Α 170 και αντικαταστάθηκε με το αρ. 13 Ν. 4161/2013, ΦΕΚ Α 143/14-06-2013). Εφόσον, λοιπόν, οι ως άνω δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από τη σειρά του πινακίου, ενόψει του ότι η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (αρ. 741 και 226 παρ. 4 εδ. δ' ΚΠολΔ), πρέπει να δικασθούν ερήμην, πλην όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (αρ. 754 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης). Με την κρινόμενη αίτηση, η οποία παραδεκτά διορθώθηκε κατ' αρ. 224, 236, 744, 745 και 751 ΚΠολΔ, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και με τις επί της έδρας κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, η αιτούσα επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τις πιστώτριες τράπεζες που αναφέρονται στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση, ζητεί να γίνει δεκτό το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο από τις πιστώτριες της, διαφορετικά να ρυθμισθούν τα χρέη της κατά το Ν. 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 4161/2013, ώστε να επέλθει η απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της έναντι των πιστωτριών της που περιλαμβάνονται στην υποβληθείσα από αυτήν κατάσταση, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αίτηση παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι: α) απέτυχε η κατ' αρ. 5 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το αρ. 13 Ν. 4161/2013, επικύρωση δικαστικού συμβιβασμού, όπως προκύπτει από τη συζήτηση της από 09-11-2015 προσωρινής διαταγής, β) δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση της αιτούσας για ρύθμιση χρεών της στο Δικαστήριο τούτο ή άλλο Ειρηνοδικείο της χώρας ούτε έχει απορριφθεί προγενέστερη αίτηση της για ουσιαστικούς λόγους (βλ. την υπ' αριθμ. 66/14-02-2017 βεβαίωση της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών), γ) κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα οι μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες και επιδόθηκαν σε αυτές τα έγγραφα του αρ. 5 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και δ) κατατέθηκαν εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου τα έγγραφα του αρ. 4 παρ. 2 και 4 Ν. 3869/2010. Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, ως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (αρ. 3 του Ν. 3869/2010), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρ, 741 επ. ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτόμενης της περί του αντιθέτου ένστασης των καθ ων, αφού περιλαμβάνει: α) κατάσταση της περιουσίας και των εισοδημάτων της αιτούσας και του συζύγου της, β) κατάσταση των πιστωτριών της και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών και ουδέν άλλο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα του ορισμένου της (Αθ. Κρητικός, ρύθμιση Ν. 3869/2010 σελ.64 και Ε. Κιουπτσίδου Αρμεν./64-Ανάτυπο σελ. 1477), τα δε αναφερόμενα από τις καθ ων επιπλέον στοιχεία δεν αποτελούν στοιχεία του ορισμένου της αίτησης, αλλά αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας. Ακολούθως, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρ. 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8, 9 παρ. 2 και 11 του Ν. 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε1 με το Ν. 4161/2013, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτήν περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας στη ρύθμιση του νόμου, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, τα χρέη της δεν περιλαμβάνονται στα εξαιρούμενα της ρύθμισης και έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά την καταβολή των νομίμων τελών της συζήτησης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι καθ ων που παραστάθηκαν με δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, αλλά και με τις εμπρόθεσμα και νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις τους, αρνήθηκαν την υπό κρίση αίτηση ως νόμω και ουσία αβάσιμη και προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι από την υπό κρίση αίτηση δεν προκύπτει η μονιμότητα της αδυναμίας πληρωμής της αιτούσας, ο οποίος ισχυρισμός, ούτως εισφερόμενος, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της κρινόμενης αίτησης και θα εξετασθεί στη συνέχεια ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Επίσης, η δεύτερη καθ ης που παραστάθηκε, πρότεινε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αίτησης (αρ. 281 ΑΚ), για το λόγο ότι η αιτούσα ζητεί στην πραγματικότητα την διαγραφή των οφειλών της. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η άσκηση από την αιτούσα του ενδίκου δικαιώματος της ρύθμισης των χρεών της με οποιονδήποτε τρόπο, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και βρίσκει τη νομιμοποίηση της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου. Εξάλλου, η υπερχρέωση των πολιτών και ο εξ αυτής αποκλεισμός τους από την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα οδήγησε στη θέσπιση του εφαρμοζόμενου με την παρούσα νόμου, με σκοπό την απελευθέρωση των οφειλετών από την κατάσταση παραγωγικής αδράνειας και εγκλωβισμού στην οποία έχουν περιέλθει (βλ. εισήγηση του Κων. Βαμβακίδη - Προέδρου Εφετών στο Σεμινάριο της Εθνικής Σχολής Δικαστών 29/30-9-2010, ΕιρΚαλυμν 1/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον δε, ότι το Δικαστήριο θα ρυθμίσει προσηκόντως τα χρέη της αιτούσας και όχι η ίδια με την πρόταση της, εφόσον δεν έχει γίνει δεκτή από τις καθ ων πιστώτριες. Επιπλέον, η ίδια ως άνω καθ ης προέβαλε τον ισχυρισμό περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, επειδή αυτή ανέλαβε την ευθύνη χρεών, χωρίς να έχει τη δυνατότητα αποπληρωμής τους ήδη κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών συμβάσεων. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, καθώς η αδυναμία της αιτούσας δεν οφείλεται σε δολιότητα, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά από την ως άνω καθ ης και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν δολιότητα της αιτούσας προς τις πιστώτριες, καθότι αυτές είχαν τη δυνατότητα να διαπιστώσουν, εκτός από την έρευνα των οικονομικών στοιχείων των υποψηφίων πελατών τους, μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών και τις τυχόν δανειακές της υποχρεώσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα και την εν γένει οικονομική της συμπεριφορά μέσω του συστήματος «Τειρεσίας» (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων) (ΕιρΑΘ 15/2011, Α. Κρητικός Ν. 3869/2010, έκδοση 2012, σελ. 57). Από την χωρίς όρκο κατάθεση της αιτούσας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζουν κι επικαλούνται οι διάδικοι που παραστάθηκαν και την εν γένει διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: η αιτούσα του και της , γεννηθείσα το έτος , είναι παντρεμένη από τις με τον του και της , γεννηθέντα το έτος και έχουν αποκτήσει μαζί δυο τέκνα, τον και το που γεννήθηκαν τα έτη και αντίστοιχα (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτοκ. 2933/10-02-2016 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ). Η αιτούσα εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος από το έτος 1993 και συγκεκριμένα, ως βοηθός νοσηλευτών στο , κατόπιν μετάταξης της στο πλαίσιο της κινητικότητας των δημοσίων υπαλλήλων, με ανάληψη καθηκόντων στις 11-11-2013, ενώ το χρονικό διάστημα από 02-03-2013 ως 04-11-2013 τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσης της, λαμβάνοντας για το ως άνω διάστημα το 75% των αποδοχών της. Η αιτούσα από την ως άνω εργασία της λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 1.060,91 ευρώ, ενώ ο σύζυγος της εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρία με την επωνυμία « » και λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 971,81 ευρώ. Επομένως, το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 2.032,72 ευρώ, ενώ δεν έχει κάποια άλλη πηγή εισοδήματος. Τα ετήσια εισοδήματα της αιτούσας (ατομικά και του συζύγου της) το οικονομικό έτος 2005 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2004 ως 31-12-2004) ανέρχονταν στο ποσό των 30.580,11 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2005 ως 31-12-2005) ανέρχονταν στο ποσό των 31.168,64 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2006 ως 31-12-2006) ανέρχονταν στο ποσό των 33.936,51 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2007 ως 31-12-2007) ανέρχονταν στο ποσό των 39.394,20 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2008 ως 31-12-2008) ανέρχονταν στο ποσό των 44.044,45 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2009 ως 31-12-2009) ανέρχονταν στο ποσό των 43.325,97 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2010 ως 31-12-2010) ανέρχονταν στο ποσό των 38.665,15 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2011 ως 31-12-2011) ανέρχονταν στο ποσό των 32.874,59 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2012 ως 31-12-2012) ανέρχονταν στο ποσό των 27.832,47 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2013 ως 31-12-2013) ανέρχονταν στο ποσό των 28.529,49 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2014 ως 31-12-2014) ανέρχονταν στο ποσό των 29.859,41 ευρώ και το φορολογικό έτος 2015 (αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 01-01-2015 ως 31-12-2015) ανέρχονταν στο ποσό των 29.305,70 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα αντίστοιχων οικονομικών και φορολογικών ετών). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους, κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (βλ. Κρητικό, ό.π., σελ. 98), με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (αρ. 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010): Α) Από την πρώτη μετέχουσα τράπεζα « » με διακριτικό τίτλο « » της χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει συνολικά το ποσό των 50.590,54 ευρώ, Β) από την δεύτερη μετέχουσα τράπεζα « » με διακριτικό τίτλο « » της -χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. σύμβαση, καταναλωτικό δάνειο, από το οποίο οφείλει συνολικά το ποσό των 34.619,75 ευρώ και Γ) από την τρίτη -μετέχουσα τράπεζα « » της χορηγήθηκε με την υπ' αριθμ. σύμβαση, πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει συνολικά το ποσό των 1.691,95, όπως οι οφειλές αυτές εισφέρονται από την αιτούσα με την υπό κρίση αίτηση. Η απαίτηση της πρώτης μετέχουσας στη δίκη πιστώτριας της αιτούσας από τις παραπάνω συμβάσεις δανείου είναι εμπράγματος ασφαλισμένη και συγκεκριμένα η ανωτέρω πιστώτρια έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης (βλ. ΑΠ 31/2009 και ΕφΘεσ 4/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, σύμφωνα με τις οποίες εξομοιώνεται πλήρως ο ενυπόθηκος με τον προσημειούχο δανειστή, με μόνη τη διαφορά ως προς τον τρόπο οριστικής ή τυχαίας κατάταξης κατ' άρθρο 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, το συνολικό ύψος των οφειλών της αιτούσας προς τις πιστώτριες της ανέρχεται στο ποσό των 86.902,24 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα στερείται της πτωχευτικής ικανότητας, αφού δεν έχει την εμπορική ιδιότητα και έχει περιέλθει χωρίς δική της υπαιτιότητα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις ανωτέρω πιστώτριες, λόγω της σταδιακής μείωσης των εισοδημάτων της, της υπερχρέωσης και της αύξησης του κόστους ζωής. Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα έσοδα της αιτούσας, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις δεν της επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών της. Η αδυναμία της αυτή οφείλεται στο ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των δανείων της, σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες αυξημένες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης της ίδιας και της οικογένειας της. Η αδυναμία πληρωμής καθορίζεται με βάση τη σχέση οφειλών και παροντικής ρευστότητας, αφού ληφθεί υπόψη και η προβλεπόμενη για το εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του οφειλέτη. Εφόσον η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητα του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμών (ΕιρΑθ 68/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας της αιτούσας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, της συνεχούς μείωσης των αποδοχών των μισθωτών και των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών της υποχρεώσεων εξαιτίας της ειειβάρυνσης με τόκους υπερημερίας. Έτσι ,συντρέχει στην περίπτωση της αιτούσας μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις μετέχουσες πιστώτριες, απορριπτόμενου -του ισχυρισμού των πιστωτριών της περί μη υπαγωγής της στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 λόγω έλλειψης μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών της, ως ουσιαστικά αβασίμου. Η αιτούσα έχει κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% ένα διαμέρισμα, ισογείου ορόφου, στο Δήμο , επί της οδού αρ. , έτους κατασκευής 2002, επιφάνειας 69,00 τ.μ., το οποίο αποτελεί την κύρια και μοναδική κατοικία της αιτούσας και της οικογένειας της και του οποίου η αντικειμενική αξία ανέρχεται στο ποσό των 48.903,75 ευρώ (βλ. ΕΝΦΙΑ έτους 2016). Το ως άνω ακίνητο βρίσκεται σε οικόπεδο, εντός σχεδίου, επιφάνειας 420,00 τ.μ., στο οποίο η αιτούσα έχει την συγκυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 2.058,85 ευρώ (βλ. ΕΝΦΙΑ έτους 2016). Η αξία της δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για φορολογούμενο, όπως η αιτούσα, προσαυξημένο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της από την εκποίηση (αρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010). Επίσης, η αιτούσα έχει κατά πλήρη κυριότητα ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας , υπ’ αριθμ. κυκλοφ. , 998 κ.ε., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1999, εμπορικής αξίας 2.100,00 ευρώ, το οποίο πρέπει να εξαιρεθεί από τη διαδικασία ρευστοποίησης λόγω της χαμηλής εμπορικής του αξίας, της παλαιότητας του και διότι δεν πρόκειται να προκαλέσει κανένα αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών της, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λπ.). Πέρα από τα ως άνω, η αιτούσα δεν διαθέτει κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο. Με βάση τα προαναφερθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 4161/2013 και ειδικότερα σε αυτή του αρ. 8 παρ. 2. Έτσι, η ρύθμιση των χρεών της θα γίνει με τον ορισμό μηνιαίων καταβολών απευθείας στις πιο πάνω πιστώτριες από τα εισοδήματα της επί πενταετία που θα αρχίσουν αμέσως με την κοινοποίηση προς αυτήν της απόφασης, από τις οποίες οι πιστώτριες της θα ικανοποιηθούν συμμέτρως. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, στις οικογενειακές της δαπάνες περιλαμβάνονται αυτές που απαιτούνται προς ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών της ίδιας και της οικογένειας της (διατροφής, ένδυσης, θέρμανσης, καταβολής λογαριασμών σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας, εξόδων -για τα ανήλικα τέκνα), συνυπολογιζομένης και της υποχρέωσης συμμετοχής στις οικογενειακές δαπάνες του συζύγου της, με βάση τα ως άνω εισοδήματα του. Ενόψει αυτών και λαμβανομένου υπόψη του υποχρεωτικού ορισμού καταβολών για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας ποσού μέχρι το 80% της αντικειμενικής της αξίας, το προς διάθεση στις πιστώτριες της ποσό πρέπει να ορισθεί σε 500,00 ευρώ το μήνα, το οποίο βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες. Το συνολικό ποσό των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, σε 86.902,24 ευρώ. Από το προς διάθεση στις πιστώτριες της αιτούσας ποσό των 500,00 ευρώ, το οποίο θα καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, συμμέτρως διανεμόμενο ανάλογα με το ύψος των δανειακών της συμβάσεων, αναλογεί προς: Α) την πρώτη πιστώτρια « » με διακριτικό τίτλο « », για την απαίτηση της ύψους 50.590,54 ευρώ το ποσό των 291,07 ευρώ (500,00 : 86.902,24 Χ 50.590,54), Β) την δεύτερη πιστώτρια « » με διακριτικό τίτλο « », για την απαίτηση της ύψους 34.619,75 ευρώ το ποσό των 199,18 ευρώ (500,00 : 86.902,24 Χ 34.619,75) και Γ) την τρίτη πιστώτρια « », για την απαίτηση της ύψους 1.691,95 ευρώ το ποσό των 9,75 ευρώ (500,00 : 86.902,24 Χ 1.691,95). Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της πενταετίας, ήτοι μετά την παρέλευση εξήντα (60) μηνών, η αιτούσα θα έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 30.000,00 ευρώ (500,00 ευρώ Χ 60 μήνες) και θα έχει απομείνει ως υπόλοιπο οφειλής το ποσό των 56.902,24 (86.902,24 - 30.000,00) ευρώ. Η ρύθμιση αυτή του αρ. 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 θα συνδυασθεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρ. 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου, εφόσον με τις καταβολές επί πενταετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτριών της αιτούσας και υποβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο η εξαίρεση της κατοικίας της από την εκποίηση (βλ. Αθ. Κρητικό, ό.π., σελ. 148, αριθ. 16). Στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου αυτού (9 παρ. 2), θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές, το ποσό των οποίων, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της με το αρ. 17 παρ. 1 του Ν. 4161/2013 (βλ. Βενιέρη-Κατσά, ό.π., σελ. 464-465, ΕιρΠατρ 407/2013 ό.π.), ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας της αιτούσας. Με βάση λοιπόν, τη ρύθμιση του αρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, εφόσον τα υπόλοιπα των χρεών της αιτούσας μετά τις καταβολές της ρύθμισης του αρ. 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας της, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντας της πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών της αυτών-ίσο με το ποσό αυτό του 80% και με την τήρηση της ρύθμισης θα απαλλαγεί από το υπόλοιπο των χρεών της. Έτσι, η αιτούσα θα πρέπει να καταβάλει από το ποσό των 48.903,75 ευρώ της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας της το 80%, ήτοι το ποσό των 39.123,00 ευρώ (48.903,75 Χ 80%) που αποτελεί την κατά το νόμο πρόσθετη επιβάρυνση της για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα ξεκινήσει πέντε (5) έτη μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, καθόσον κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί στην αιτούσα περίοδος χάριτος διάρκειας πέντε (5) ετών, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών της πενταετίας, με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της και να εκπέσει των ρυθμίσεων, ο χρόνος δε εξόφλησης του πρέπει να ορισθεί σε εννέα (9) έτη. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 362,25 ευρώ, ήτοι 39.123,00 ευρώ : 108 μήνες (9 έτη Χ 12 μήνες) και η καταβολή του θα ξεκινήσει μετά τη λήξη της ως άνω περιόδου χάριτος, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών της αιτούσας με την τήρηση της ρύθμισης. Η καταβολή των δόσεων αυτών θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, θα ικανοποιηθεί προνομιακά η απαίτηση της πρώτης μετέχουσας πιστώτριας με την επωνυμία « » και το διακριτικό τίτλο « », αφού αυτή είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης και μέχρι του ποσού των 33.126,34 ευρώ (που είναι το υπόλοιπο της απαίτησης της μετά τις καταβολές του αρ. 8 παρ. 2) από το ως άνω ποσό των 39.123,00 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 5.996,66 ευρώ (39.123,00 - 33.126,34) θα κατανεμηθεί συμμέτρως στη δεύτερη και την τρίτη καθής. Το υπόλοιπο των απαιτήσεων των δυο αυτών πιστωτριών δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, διότι δεν μπορεί από το νόμο να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στην αιτούσα (ΕιρΠατρ 407/2013 ό.π.).

Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να ρυθμισθούν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές της αιτούσας με σκοπό την απαλλαγή της με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, εξαιρουμένης της εκποίησης της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Ειδικότερα, η απαλλαγή της αιτούσας από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι των πιστωτριών της που περιλαμβάνονται στην εμπεριεχόμενη στην αίτηση της κατάσταση, θα επέλθει σύμφωνα με το νόμο (αρ. 11 παρ. 1 Ν. 3869/2010), μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που της επιβάλλονται με την απόφαση αυτή και με την επιφύλαξη της τυχόν τροποποίησης της παρούσας ρύθμισης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το αρ. 8 παρ. 6 του Ν. 3869/2010. Επίσης, δεν ορίζεται παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της μη εμφανισθείσας τρίτης πιστώτριας, διότι δυνατότητα άσκησης τέτοιας ανακοπής δεν παρέχεται από το νόμο (αρ. 14 Ν. 3869/2010).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της τρίτης καθής και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τα χρέη της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες της επί μία πενταετία, οι οποίες θα αρχίσουν τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση προς αυτήν της απόφασης και θα καταβάλλονται εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, συνολικού ποσού πεντακοσίων (500,00) ευρώ, επιμεριζόμενου συμμετρικά μεταξύ τους ως εξής: Α) προς την πρώτη πιστώτρια « » με διακριτικό τίτλο « » το ποσό των 291,07 ευρώ, Β) προς την δεύτερη πιστώτρια « » με διακριτικό τίτλο « » το ποσό των 199,18 ευρώ και Γ) προς την τρίτη πιστώτρια « » το ποσό των 9,75 ευρώ.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήτοι ένα διαμέρισμα ισογείου ορόφου, στο Δήμο , επί της οδού αρ. , έτους κατασκευής 2002, επιφάνειας 69,00 τ.μ., στο οποίο η αιτούσα έχει την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 100% και το οποίο βρίσκεται σε οικόπεδο, εντός σχεδίου, επιφάνειας 420,00 τ,μ., στο οποίο η αιτούσα έχει την συγκυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλει για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της στην πρώτη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια με την επωνυμία « » και το διακριτικό τίτλο « » το ποσό των 33.126,34 ευρώ από το ως άνω ποσό των 39.123,00 ευρώ, η αποπληρωμή του οποίου θα γίνει σε εννέα (9) έτη με εκατόν οκτώ (108) ισόποσες μηνιαίες καταβολές των τριακοσίων εξήντα δυο ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (362,25) ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 5.996,66 ευρώ θα κατανεμηθεί σύμμετρος στη δεύτερη και την τρίτη καθ ης. Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα πέντε (5) έτη μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2017, σε έκτακτη στο ακροατήριο συνεδρίαση του, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ