Διαγραφή 57% του χρέους και διάσωση δύο κατοικιών. Δανειολήπτρια με συνολικές οφειλές ύψους 188.323,60 ευρώ διέσωσε και την πρώτη κατοικία της επιφάνειας 104 τ.μ και την δευτερεύουσα οικία της επιφάνειας 130,80 τ.μ Το δικαστήριο την υποχρέωσε να καταβάλλει το ποσό των 69.320,16 ευρώ, με μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 385,11 ευρώ σε 180 μηνιαίες δόσεις (15 χρονιά Χ 12 μήνες). Στην ρύθμιση της πρώτης πενταετίας θα καταβάλλει 200 ευρώ το μήνα , δηλαδή 12.000 ευρώ σε 60 δόσεις. Συνολικά το τέλος της 20ετούς ρύθμισης θα έχει καταβάλλει 81.320,16 ευρώ ενώ όφειλε κατά την υποβολή της αίτησης 188.323,60 ευρώ και θα έχει διασώσει και την κύρια και την δευτερεύουσα κατοικία της. Το συνολικό κούρεμα του χρέους της φτάνει το 57:

 

Αριθμός Απόφασης 151/2017

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη , και τη Γραμματέα . ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 29 Νοεμβρίου 2016 νια να δικάσει για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ: ΤΗΣ ΑΓΤΌΥΣΑΣ: του και της , κατοίκου Λαμίας {οδός αριθμ. ) , η οποία -παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου της δικηγόρου του Δ.Σ, Αθηνών Κωνσταντίνου Τσουκαλά. ΤΗΣ METEXOYΣΑΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΡΙΑΣ; Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία « » , πρώην « .» , που εδρεύει στην Αθήνα (οδός αριθ. ) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου' της δικηγόρου του Δ.Σ. Λαμίας . Η απούσα με την από 06-2-2013 αίτηση της , εκούσιας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης /…2013 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 31-03-2015, μετά δε από αναβολή κατά την παραπάνω δικάσιμο, ζητά, όσα αναφέρονται σ* αυτή. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως παραπάνω σημειώνεται, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΎΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε την υπό κρίση αίτηση (αρ.κατ. /2013), η αιτούσα, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της προς τις αναφερόμενες στην αίτηση πιστώτριες και εκθέτοντας την οικογενειακή και περιουσιακή της κατάσταση, ζητά, με βάση τις διατάξεις του Ν.3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις" α) να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών η να τροποποιηθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθ.7 του Ν.3869/10, με τη συγκατάθεση όλως των πιστωτών ώστε να αποκτήσει το σχέδιο ισχύ δικαστικοί' συμβιβασμού. Και επικουρικά να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών, β) να εξαιρεθεί από την εκποίηση της περιουσίας της η αναφερόμενη στην αίτηση κύρια κατοικία της, καθώς και η λοιπή ακίνητη και κινητή περιουσία της γ) να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης θα απαλλαγεί από τα χρέη της και δ) να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη, ενώ στην αίτησή της αυτή περιλαμβάνει την κατάσταση της περιουσίας της και των κάθε φύσης εισοδημάτων της, την κατάσταση των πιστωτριών της και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και τα έξοδα, καθώς και σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της. Η αίτηση με το "παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, αρμοδίως καθ' υλην και κατά τόπο εισάγεται να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, (περίοδος 1η, άρθ.3 του Ν.3869/2010), κατά την εκούσια δικαιοδοσία (άρθ.1 περ.β του ΚΓΙολΔ σε συνδ. με περίοδο 2η , αρθ. 3 του Ν.3869/2010 και «ρθ. 739 επ. ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άοθ. 1 έτι. του Ν.3869/2010, πλην τω\' αιτημάτων: β.) να επικυρωθεί η τροποποιηθεί το σχέδιο διευθέτησης κατ' αρθ.7 του Ν.3869/2010 το οποίο είναι μη νόμιμο, αφού η επικύρωση του σχεδίου διευθέτησης ή η επικύρωση του τροποποιημένου από τους διαδίκους, κατ' άρθ.7 του Ν.3869/2010, σχεδίου, δεν αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως του άρθ.4 παρ.1 του Ν 3869/2010, αλλά νόμιμη συνεπεία της ελεύθερης συμφωνίας των διαδίκων, στην περίπτωση που κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό η το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, οπότε ο Ειρηνοδίκης αφού διαπιστώσει την κατά τα άνω επίτευξη συμβιβασμού, μι απόφασή του επικυρώνει το σχέδιο ή το τροποποιημένο σχέδιο, το οποίο από την επικύρωση τον αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το Δικαστήριο, στο δικονομικό στάδιο από την κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την συζήτηση δεν έχει την εξουσία να υποχρεώσει σε συμβιβασμό τους διαδίκους η τους πιστωτές και συνεπώς το εν λόγω αίτημα δεν έχει νόμιμη βάση και β) να αναγνωρισθεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης του Δικαστηρίου θα απαλλαγεί από τα χρέη της, το οποίο είναι απαράδεκτο, αφού η αιτούμενη αναγνώριση, δεν αποτελεί υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας κατ' αρθ. 739 του ΚΠολΔ ώστε να κριθεί κατά την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία. Πάντως το αίτημα να απαλλαγεί η υπερχρεωμένη οφειλέτρια (και όχι η αιτουμένη αναγνώριση) από κάθε υπόλοιπο οφειλής κατ’ άρθ.11 παο.1 τον Ν.3869/2010, συνιστά αίτημα και περιεχόμενο μεταγενέστερης αιτήσεως που υποβάλλει στο Δικαστήριο μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως του αρθ.4 παρ.1 του αυτού νόμου, ως τούτο ρητά αναφέρεται στην τταρ.3 του άρθ.11 του Ν 3869/2010 σύμφωνα με το οποίο «Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή τον από το υπόλοιπο των οφειλών». Περαιτέρω για το παραδεκτό της αιτήσεως τηρήθηκε η επιβαλλόμενη προδικασία των αρθ. 2, 5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010, όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 11, 12 και 13 του ν. 4161/2013, και προσκομίσθηκαν εμπρόθεσμα τα προβλεπόμενα έγγραφα, κατά τα οριζόμενα στην παρ.2, του' άρθ.4 του Ν.3869/2010, ειδικότερα, εμπρόθεσμα, κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου η υπεύθυνη δήλωση της αιτούσας (αρθ. 4 παρ.2, περ.β του Ν.3869/2010), αφενός για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων' της περιουσίας, των εισοδημάτων της, της πιστώτριας και των απαιτήσεων• της κατά κεφάλαιο, τόκους και έ£ο6α καί αφετέρου για το ότι η αιτούσα δεν έχει προβεί σε μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων της την τελευταία τριετία, ενώ απέτυχε ο» κατ' άρθ.5 παρ.1 και 7 παρ.1 του Ν.3869/2010, δικαστικός συμβιβασμός, δοθέντος ότι δεν έχει γίνει δεκτό το σχέδιο διευθέτησης οφειλών από τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία (βλ. τις κατατεθείσες παρατηρήσεις της πιστώτριας). Επίσης από την, κατ' αρθ. 13 του Ν.3869/2010, αυτεπάγγελτη ερευνά του Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι για την αιτούσα δεν εκκρεμεί άλλη αίτηση ρύθμισης οφειλών της ούτε έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση με απαλλαγή από τις οφειλές της (βλ, το με αριθ. πρωτ. 588/30-11-2016 έγγραφο του Ειρηνοδικείου Λαμίας, σι συνδυασμό με την υπ' αριθ. 45/09-01-2017 βεβαίωση του τμήματος ρύθμισης οφειλών του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Πρέπει επομένως, η υπό κρίση αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν. Με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 38&9/2010 ορίζεται ότι «Λ. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή». Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο νόμος αυτός αφορά μονό σε φυσικά πρόσωπα, από τα οποία αποκλείονται εκείνα που έχουν πτωχευτική ικανότητα. Ο νόμος δηλαδή θέτει ως αρνητική υποκειμενική προϋπόθεση για την υπαγωγή φυσικού προσώπου στις ρυθμίσεις του» την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, την οποία τα φυσικά πρόσωπα αποκτούν κυρίως κατά το υποκειμενικό (ουσιαστικό) σύστημα, όταν δηλαδή ενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις (άρθρο 1 ΕμπΝ). Επίσης, στη ρύθμιση δεν υπάγονται και όσοι έπαυσαν μεν την εμπορία τους πλην όμως κατά τη διακοπή της είχαν ήδη παύσει τις πληρωμές τους (άρθρα 2 παρ. 3 του ΠτΚ). Επομένως, κριτήριο για την υπαγωγή φυσικού προσώπου στη ρύθμιση του νόμου αποτελεί η πτωχευτική του ικανότητα κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης και όχι. η φύση των χρεών του, αν δηλαδή αυτά είναι εμπορικά ή αστικά. Έτσι υπάγονται στο νόμο κα οι πρώην έμποροι ακόμη και για τα εμπορικά τους χρέη, υπό την προϋπόθεση ότι μέχρι την απώλεια της εμπορικής τους ιδιότητας δεν είχαν τεθεί σε κατάσταση παύσης των πληρωμών τους, αλλά εξυπηρετούσαν κανονικά τα χρέη τους. Εξάλλου, συμφωνά με τις διατάξεις του Εμπορικού Νομού δεν νοείται έμπορος αν δεν υπάρχει στη δραστηριότητα του διαμεσολάβηση, ριψοκίνδυνη ανάληψη οικονομικού κινδύνου από το πρόσωπο, ελπίδα αλλά όχι εξασφάλιση -του κέρδους. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί κάποιο πρόσωπο αν και διενεργεί πράξεις εμπορικές να κριθεί ότι είναι μικρέμπορας και να μην εξαιρεθεί από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, αφού δεν είναι έμποροι αυτοί που ασκούν μικροεμπορία. Μικροεμπορία ασκούν πρόσωπα που διενεργούν εμπορικές πράξεις κατά το β.δ. 1835, αλλά δεν δραστηριοποιούνται σε ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση και κατ' ουσίαν παρέχουν προσωπική εργασία με αντίτιμο κάποια αμοιβή, με διαφορετική δε διατύπωση, είναι πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις και αποκομίζουν απ' αυτές κέρδος, το οποίο όμως αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού τους κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών , όπως είναι οι γυρολόγοι, οι υπαίθριοι πωλητές, οι τεχνίτες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες (γιατροί, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, δικηγόροι κ.λπ.), οι οποίοι μπορεί να υπαχθούν - (βλ, Ιάκωβο Βενιέρη κ. Θεόδωρο Κατσά - Εφαρμογή του ν. 3869/2010). Κατόπιν όλων αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 1 του προρρηθέντος νόμου, μια από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την υπαγωγή ενός φυσικού προσώπου στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, είναι το φυσικό αυτό πρόσωπο να μη διαθέτει πτωχευτική ικανότητα, δηλαδή να μην είναι έμπορος. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ' ης πιστώτριας , με προφορική δήλωση του, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συζήτησης και αναλύεται στις εμπρόθεσμα και νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις του, πρότεινε α) την ένσταση απαράδεκτου), λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης, για το λόγο ότι η αιτούσα διατηρεί, όπως και η ίδια άλλωστε συνομολογεί, ατομική επιχείρηση -οδοντιατρείο, δραστηριότητα που της προσδίδει την εμπορική ιδιότητα και β) δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών. Οι εν λόγω ενστάσεις είναι νόμιμες (άρθρο 1 Ν. 3869/2010) και πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω στην ουσία τους. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της καθ' ης, αναφορικά με το ότι το περιλαμβανόμενο στην αίτηση αίτημα της αιτούσας είναι αόριστο, διότι απλώς αναφέρει ότι ζητάει να υπαχθεί τις διατάξεις του ν.3869/2010, επειδή βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει ποια ήταν εκείνα τα περιστατικά που συντέλεσαν σ’ αυτή δεν είναι βάσιμος, διότι ο νόμος δεν ορίζει το περιεχόμενο του αιτήματος, σύμφωνα δε με το άρθρο 1 του νόμου, σκοπός του οφειλέτη είναι η ρύθμιση των οφειλών του, αυτός δε. ο σκοπός καθίσταται σαφής στο αίτημα της αιτούσας με την παραπάνω' διατύπωση. Επιπλέον ο ισχυρισμός της καθ' ης πιστώτριας ότι η ένδικη αίτηση πάσχει αοριστίας για τον πρόσθετο λόγο ότι η αιτούσα δεν προσδιορίζει σ' αυτήν τις βιοτικές της ανάγκες και το εκτιμώμενο κόστος εκάστης αυτών, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτο να προσδιοριστεί η αναλογία υποχρεώσεων και Εισοδημάτων της τυγχάνει απορριπτέος, καθόσον το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της αιτούσας θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο με βάση τα προσκομισθέντα στοιχεία και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει και του ότι η τυχόν παράθεση από τον αιτούντα οποιουδήποτε πόσοι» για την κάλυψη της τάδε ή της δείνα βιοτικής ανάγκης θα είχε τον χαρακτήρα της αβεβαιότητας αφού δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι ανθρώπινες ανάγκες Λόγω και των απρόβλεπτων περιστάσεων, ενώ ο νόμος 3869/201D δεν απαιτεί την αναφορά των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη αλλά την παράθεση των περιουσιακών του στοιχείων και των εισοδημάτων του ιδίου και (τυχόν) του συζύγου της (αρθρ. 4 παρ. 1 εδ β, 5 παρ, 1 εδ. α'). Από το σύνολο των εγγράφων, που προσκομίζονται με Επίκληση από τους διαδίκους (άρθρο 5 του Ν 3869/2010 και 748 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και οι υποβληθείσες παρατηρήσεις της πιστώτριας (άρθρο 5 του Ν. 3869/2010), αποδείχθηκαν•, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: η αιτούσα είναι ηλικίας σήμερα 51 ετών, διαζευγμένη (βλ. το με αριθ. πρωτ. 57/25-06-2007 πιστοποιητικό της Ιεράς Μητρόπολης ) και μητέρα ενός ανήλικου τέκνου , ηλικίας σήμερα 10 ετών, που διαμένει μαζί της σε ιδιόκτητη αυτής κατοικία, ήτοι σε διαμέρισμα τετάρτου (δ) υπέρ ταυ ισογείου ορόφου, επιφανείας 104τ,μ., που βρίσκεται στη πόλη της Λαμίας και επί της οδού αριθ. . Η αιτούσα, από το Μάρτιο του έτους 2010 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2012 εργαζόταν με σύμβαση έργου ορισμένου χρόνου (2 έτη) για το Ελληνικό Δημόσιο με την ειδικότητα της χειρουργού οδοντιάτρου, με (καθαρές) αποδοχές ύψους 3.210,68 ευοω. Ειδικότερα., σύμφωνα με το υπ' αριθ. ΦΕΚ 70/26-02-2010 είχε διοριστεί , με την ως άνω ειδικότητα, ως Υποδιοικητής της Υγειονομικής Περιφερείας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε αντίστοιχη οργανική θέση της κατηγορίας Ε. θ. του Ν. 3528/2007, με βάθρο "1". Στη συνέχεια, αν και η θητεία της είχε ανανεωθεί για δυο (2) ακόμη έτη από την 26-02-2012, που έληγε αυτοδικαίως, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ΦΕΚ / - -2012 , εντούτοις με απόφαση του Υπουργού Υγείας, λύθηκε πρόωρα αυτή, αζημίως για το Δημόσιο. 'Κατόπιν αυτοί), η αιτούσα επαναλειτούργησε το ιδιωτικό της ιατρείο, στο οποίο απασχολείται μέχρι και σήμερα, αποκερδαίνοντας μηνιαίως περί τα 800,00ευρώ. Όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015 (χρήσεις 2010,2011,2012,2013 και 2014 αντίστοιχα) το ετήσιο δηλωθέν ατομικό εισόδημα της αιτούσας έχει, μετά το έτος 2012 μειωθεί σημαντικά (48.421,16, 48.187,23, 43.592,80, 8,971,57, 9051,44, 8.359,84), ενώ κατά τα οικονομικά έτη 2002 έως και 2009, ήτοι εντός των ετών κατάρτισης των δανειακών της συμβάσεων με την καθ' ης οι ετήσιες αποδοχές της κυμαίνονταν από 15.000,00 ευρώ περίπου έως και 20.000,00 ευρώ(βλ, τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των εν λόγω οικονομικών ετών), Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης (βλ. σε Κρητικό «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» σελ. 9S επ.). Συγκεκριμένα, έχει λάβει, ως οφειλέτρια, δυο (2) στεγαστικά δάνεια και ένα (1) ελεύθερο δάνειο, δυνάμει των υπ' αριθ. 0521000029, 0524900010 και 2518320120 αντίστοιχα συμβάσεων, από τα οποία όφειλε, μέχρι τις 29-11-2012, το συνολικό ποσό των 188.323,60ευρω και ειδικότερα: α) από το πρώτο (στεγαστικό) , ποσό 86.339,55 ευρώ (86.055,73 κεφάλαιο και 283,82 τόκοι), β) από το δεύτερο (στεγαστικό), ποσό 20.789,87 ευρώ (20.440,55 ευρώ κεφάλαιο και 349,320 τόκοι) και γ) από το τρίτο (ελεύθερο δάνειο) , το ποσό των 81.194,22 ευρώ (80.565,21 κεφαλαίο και 629,01 τόκοι ). Τα εν λόγω δάνεια, στο σύνολο τους, είναι εμτιραγματως εξασφαλισμένα με προσημείωση υποθήκης επί της κυρίας κατοικίας της αιτούσας. Όμως, με το ατομικό της εισόδημα από τις μηνιαίες αποδοχές που λαμβάνει η αιτούσα από την άσκηση της ως άνω αναφερόμενης δραστηριότητας της, δεν κατόρθωσε να αντεπεξέλθει στις υψηλές δανειακές της υποχρεώσεις. Όλα τούτα σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, την ουσιώδη μείωση των εισοδημάτων της, μετά την λήξη σύμβασης της με το Ελληνικό Δημόσιο, την αύξηση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας οδήγησε την αιτούσα , σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των παραπάνω οφειλών της, Ο ισχυρισμός της καθ΄ ης πιστώτριας τράπεζας ότι η αιτούσα περιήλθε εκ δόλου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας να ανταποκριθεί στις αναληφθείσες δανειακές της υποχρεώσεις διότι προέβη σε αλόγιστο δανεισμό προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης απ' αυτό που το εισόδημα της επίτρεπε, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, γνωρίζοντας από το χρόνο λήψης των δανείων ότι δεν θα μπορούσε να τα αποπληρώσει, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθώς , όπως αποδείχθηκε στο Δικαστήριο, το ύψος των εισοδημάτων της αιτούσας κατά το χρόνο λήψης των ως άνω αναφερομένων δανείων-τραπεζικών προϊόντων • (προ του έτους 2010), κρίνεται ικανό να καλύψει τις εν λόγω υποχρεώσεις της , ενώ , πολύ περισσότερο, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα μπορούσε, ήδη από την πρώτη στιγμή της Λήψης των ως άνω δανείων, βάσει του εισοδήματος που λάμβανε κατά το χρόνο αυτό, να ανταποκριθεί σ' αυτές (βλ. τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των εν λόγω ετών). Επιπλέον δε, δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα-δανειολήπτης επέδειξε δόλια συμπεριφορά σε μεταγενέστερο στάδιο της ανάληψης των οφειλών, λόγω της οποίας περιήλθε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των οφειλών της. Στην περιέλευση της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας εξυπηρέτησης των οφειλών της, συντέλεσε ουσιαστικά τόσο η αύξηση του κόστους ζωής όσο και η αιφνίδια μείωση των εισοδημάτων της, λόγω της πρόωρης Λύσης της σύμβασης με το Ελληνικό Δημόσιο τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα η σχέση ρευστότητας των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο να παραμένει αρνητική, αν και αναμένεται κάποια βελτίωση , κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, λόγω της επανεκκίνησης λειτουργίας του οδοντιατρείου της και την συνεπαγόμενη, μετά από την αποχή της, αύξηση του κύκλου των πελατών της στο μέλλον. Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι η αιτούσα , που δεν έχει, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα, πτωχευτική ικανότητα, έχει περιέλθει, χωρίς δόλο» σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών της. Το προταθέν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της αιτούσας, δεν έγινε δεκτό από τη πιστώτρια τράπεζα και συνεπώς πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ' αρθ. 8 επ. του Ν3869/2010 ρύθμιση των οφειλών της αιτούσας από το Δικαστήριο, μη υπαρχουσών αμφισβητουμένων απαιτήσεων. Συνεπώς συντρέχουν στο πρόσωπο αυτής οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τον στη ρύθμιση του Ν.3869/10, Περαιτέρω συνάγεται ότι η αιτούσα- οφειλέτης δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση της μετέχουσας στη .δίκη πιστώτριας τράπεζας, πλην α) του ποσοστού 100% επί μιας οικείας (διαμερίσματος) του δ' υπέρ τον ισόγειου ορόφου, συνολικής επιφάνειας 104,τ.μ., που είναι κτισμένη επί οικοπέδου, που βρίσκεται στη πόλη της Λαμίας και επί της οδού αριθ. , η οποία αποτελεί την κυρία κατοικία αυτής , Η αντικειμενική δε αξία αυτής ανέρχεται στο ποσό των 86.650,20ευρώ (βλ. τη δήλωση ΕΝΦΙΑ έτους 2016), β) του ποσοστού 100% μιας αποθήκης του υπογείου , επί της ίδιας ως άνω οικοδομής, εμβαδόν» 130,80τ.μ. , αντικειμενικής αξίας 15.794,10 ευρώ και γ) του ποσοστού 50% επί ενός ΙΧΕ αυτοκίνητοι,' , μάρκας CITROEN, τύπον , με χρόνο πρώτης άδειας το 2007 , του οποίου η εμπορική αξία, εκτιμάται περί τα 3.500,00 ευρώ. Τα, υπό στοιχεία β) υπόγεια αποθήκη και γ) αυτοκίνητο, περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας, ενόψει της εμπορικής τους σήμερα αξίας δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση γιατί &εν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας της, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι' αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' αρθ. 9 παρ. 1 ν. 3869/10 εκποίηση τους. Επομένως το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το ως άνω εισόδημα της αιτούσας, αλλά και σταθμίζοντας το με τις βιοτικές ανάγκες της, ίδιας και του συνοικούντος ανηλίκου τεκνού της (κάλυψη εν γένει εξόδων διατροφής, ένδυσης, υπόδησης, πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφελείας κ.α.), στην κάλυψη των οποίων συμμετέχει, κατά την εκτίμηση ταυ Δικαστηρίου, και ο εν διαστάσει σύζυγος της και πατέρας του ανήλικου τέκνου τους , θα την •υποχρεώσει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών ορισμένο ποσά. Ειδικότερα η ρύθμιση των χρεών θα γίνει με 60 ισόποσες μηνιαίες καταβολές, δηλαδή επί πενταετία, που θα γίνονται απευθείας στην πιστώτρια τράπεζα, από τα εισοδήματα της και θα αρχίσουν την 1η ήμερα του πρώτου μήνα από την έκδοση της παρούσης. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, τα κατά μήνα προς διάθεση ποσό, ανέρχεται στα 200,00 ευρώ, ποσό το οποίο κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου δύναται να καταβάλει η αιτούσα , η οποία αποκερδαίνει από την εργασία της μηνιαίως ποσό 800,00ευρώ περίπου, λαμβάνει όμως επιπλέον οικονομική ενίσχυση τόσο από τους γονείς της όσο και από τον εν διαστάσει σύζυγο της για την κάλυψη των αναγκών διατροφής του ανήλικου τέκνου τους, κατορθώνοντας ΕΤΣΙ να εξοικονομεί τα απαραίτητα για τη διαβίωση αυτής και του συνοικούντος ανήλικου τέκνου της χρήματα (ύψους περί τα 1.000,00 ευρώ/μήνα) Έτσι, η αιτούσα πρέπει να καταβάλει μηνιαίως για 60 μήνες στην πιστώτρια τράπεζα ποσό 200,00 ευρώ και επομένως μετά το τέλος της πενταετίας θα έχει καταβληθεί ποσό 12.000,00 ευρώ (200,00 Χ 60 ) από το συνολικά οφειλόμενο ποσό των 188,323,60 ευρώ. Η εν λόγω ρύθμιση του αρθ. 8 παρ. 2 του νόμου θα συνδυαστεί μ' αυτή του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/10, εφόσον με τις καταβολές της ως άνω ρύθμισης, δεv επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων της πιστώτριας της αιτούσας και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κυρίας κατοικίας της από την εκποίηση, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (βλ. σε Κρητικό ο,π, σελ. 148, αριθ. 16). Έτσι θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κυρίας κατοικίας της, αποκλειστικής κυριότητας της αιτούσας, για την οποία θα πρέπει αυτή να καταβάλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας, δηλαδή το ποσό των 69.320,16 ευρώ (86.650,20X80%). Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα μι το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκή;: Κεντρικής Τράπεζας. Θα ξεκινήσει πέντε (5) χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησης του πρέπει να οριστεί σε 15 χρονιά, λαμβανομένης υπόψη. της παραπάνω διάρκειας των δανείων, του συνόλου των χρεών της αιτούσας, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η αίτηση που κρίνεται να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά και να ρυθμιστούν οι αναφερόμενες στην αίτηση οφειλές της αιτούσας, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Η απαλλαγή της από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι της πιστώτριας της, θα επέλθει σύμφωνα με το νομό (άρθρο 11 παρ.1 Μ 3869/2010). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.6 του Ν.3869/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων,

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.

ΡΥΘΜΙΖΕΙ τις επί πενταετία {60 μήνες) ισόποσες μηνιαίες καταβολές της αιτούσας απευθείας προς την πιστώτρια τράπεζα « », οι οποίες θα αρχίσουν την 1η ημέρα τον πρώτου μήνα μετά την έκδοση της παρούσης και θα είναι καταβλητέες την 1η εργάσιμη ημέρα εκάστου μηνός , ύψους 200,00 ευρώ έκαστη.

ΕΞΑΙΡΕΙ της εκποίησης την κύρια κατοικία της αιτούσας δηλ. ενός διαμερίσματος TΟΥ δ’ υπέρ τον ισογείου ορόφου, επιφανείας 104,00 τ.μ. που είναι κτισμένη επί οικοπέδου που βρίσκεται στην πόλη της Λαμίας και επί της οδού Τσακάλωφ αριθ. 16.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αιτούσα την υποχρέωση να καταβάλει, για την διάσωση της ως άνω κατοικίας τον, στην ενέγγυα πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία « » το ποσό των 69.320,16 ευρώ, με μηνιαίες καταβολές συνολικού πόσου 385,11 ευρώ, επί 180 μήνες (15 χρονιά Χ 12 μήνες) Η καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει την πρώτη (1η) ήμερα του πρώτου (1ου ) μήνα πέντε (5) χρόνια μετά τη δημοσίευση της παροικίας απόφασης , θα γίνεται εντός τον πρώτοι» πενταήμερου έκαστου μηνός, και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό μ« το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δάνειου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας TΗΣ Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με, επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Λαμία, στις 2/6/2017, σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ