Ενώ μπαίνει «λουκέτο στην χώρα» για δεύτερη φορά και η πανδημία του κορωνοιού απειλεί , πέραν από τη δημόσια υγεία, την οικονομία και την κοινωνία, η κυβέρνηση προχωρά σε θεμελιακές αλλαγές στο εργατικό δίκαιο. Το εργατικό δίκαιο την εποχή του κορωνοϊού εν τοις πράγμασι «γράφεται από την αρχή», όπως είχε τότε δηλώσει και ο αρμόδιος Υπουργός τις πρώτες ημέρες την πανδημίας. Έννοιες, όπως η ελαστική εργασία με καταβολή μισού μισθού, η τηλεργασία, η εκ περιτροπής απασχόληση και οι αναστολές συμβάσεων έχουν κυριαρχήσει. Κεντρικός πυρήνας της αντίληψης της Κυβέρνησης για την εργασία, όπως φαίνεται και από την ομιλία του Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη, είναι ότι αυτή στη χώρα μας παραμένει «ακριβή».
Όπως ανακοινώθηκε από τον Υπουργό Εργασίας Γιάννη Βρούτση , το Υπουργείο θα προχωρήσει μέσα στο Νοέμβριο στη κατάθεση νομοσχεδίου με τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων της αγοράς εργασίας»
Η κυβέρνηση , με πυξίδα τις προτάσεις που περιέχονται στο πόρισμα της Επιτροπής Πισσαρίδη, προχωρά στην υποτίμηση της αξίας της εργασίας μέσα από την θέσπιση ενός ιδιότυπου «δεκάωρου» και την αλλαγή στον τρόπο αμοιβής των υπερωριών . Στο νομοσχέδιο προβλέπεται ότι κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις (άγνωστο ποιες είναι αυτές ) οι επιχειρήσεις θα μπορούν να απασχολούν εργαζομένους έως 10 ώρες ημερησίως, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, εφόσον εντός του ιδίου εξαμήνου εξοφλήσουν τις ώρες με αντίστοιχη μείωση ωρών ή ρεπό ή μέρες αδείας. Προϋπόθεση εφαρμογής του αυξημένου ωραρίου χωρίς πρόσθετη αμοιβή θα είναι, εντός του ιδίου εξαμήνου , οι εργοδότες να εξοφλούν τις ώρες με μείωση ωραρίου ή ρεπό εντός εξαμήνου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος θα μπορεί , αν ο εργοδότης του το ζητήσει , να εργάζεται 10 ώρες την μία ημέρα και έξι ώρες την άλλη , ή δέκα ώρες για τέσσερις μέρες και να λαμβάνει ρεπό την Πέμπτη μέρα , χωρίς να δικαιούται προσαύξηση για τις παραπάνω των 8 ωρών ημερησίως.
O Υπουργός Εργασίας διατείνεται πως δεν θα υπάρξει παρέμβαση στις υπερωρίες , αναφέροντας ότι η δυνατότητα διευθέτησης ωραρίου ισχύει στην εργατική νομοθεσία. Ποια είναι η πραγματικότητα; Με το άρθρο 2 του ν.3896/2011, πράγματι θεσπίστηκε η δυνατότητα διευθέτησης ωραρίου των εργαζομένων και προβλέφθηκε η ημερήσια επιπλέον των οκτώ ωρών με την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον ώρες αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας άλλης χρονικής περιόδου, πλην όμως προϋπόθεση της εφαρμογής του αυξημένου ωραρίου ήταν η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων μέσα από συλλογική διαπραγμάτευση. Ενώ στην φερόμενη διάταξη από το Υπουργείο, η εισήγηση της επιχείρησης θα κρίνεται από το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας, δηλαδή από το Υπουργείο. Πέραν αυτών , η διάταξη του 2011 δεν εφαρμόστηκε ποτέ γιατί πολύ απλά , δεν εκδόθηκαν ποτέ οι υπουργικές αποφάσεις για την εφαρμογή της. Συνεπώς δεν είναι ακριβής ο ισχυρισμός του Υπουργείου, ότι δεν αλλάζει τίποτα, αφού η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόστηκε , ενώ η διάταξη που έρχεται προφανώς θα ισχύσει στην πράξη.
Αν εφαρμοσθεί αυτή η διάταξη , θα νομιμοποιηθεί η κατάργηση των υπερωριών και η μείωση του εισοδήματος των εργαζομένων που απασχολούνται άνω του οκταώρου καθώς δεν θα λαμβάνουν πρόσθετη αμοιβή ούτε θα μπορούν να την διεκδικήσουν δικαστικά εντός πενταετίας όπως ισχύει τώρα. Δεδομένου ότι ο χρόνος εργασίας θα διευθετείται σε ατομική βάση , θα απαξιωθεί σταδιακά ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων . Το βασικότερο όμως πρόβλημα είναι ότι πρώτη φορά «μπαίνει» θεσμικά στο τραπέζι το οκτάωρο ως αμφισβητούμενο δικαίωμα του εργαζομένου. Αναφέρουμε την λέξη «θεσμικά» καθώς στην πράξη το οκτάωρο παραβιάζεται συστηματικά στην πρακτική της αγοράς εργασίας τα τελευταία χρόνια . Πλέον η αυθαιρεσία νομιμοποιείται. Σε συνδυασμό με την ανασφάλεια που υπάρχει στους χώρους εργασίας λόγω της οικονομικής κρίσης και της ραγδαίας αύξησης της ανεργίας και την αδρανοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών που χαρακτηρίζει την περίοδο του κορωνοιού, οι φερόμενες διατάξεις περί ευέλικτου ωραρίου διαμορφώνουν ένα επικίνδυνο cocktail εργασιακής απορρύθμισης , που θα ενισχύσει την αδήλωτη εργασία και θα δυσχεράνει τον καθημερινό προγραμματισμό των εργαζομένων. Βάσει της διάταξης της δεν θα επηρεάζεται ο συνολικός αριθμός ωρών και την υπαγωγή στο ευέλικτο καθεστώς θα την αποφασίζει το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας μετά από εισήγηση της επιχείρησης .
Στο ίδιο νομοσχέδιο , προβλέπεται η δημιουργία του «Εργάνη» 2 και της ψηφιακής κάρτας εργασίας για την online παρακολούθηση του ωραρίου των εργαζομένων . Ενώ η διάταξη είναι προς την σωστή κατεύθυνση για την αντιμετώπιση του φαινομένου της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας , αν δεν συνοδευθεί με την ενεργοποίηση του απαραίτητου ελεγκτικού μηχανισμού , κινδυνεύει να γυρίσει boomerang, στους εργαζομένους , καθώς χωρίς έλεγχο, θα δηλώνονται ωράρια που δεν ισχύουν και ο εργαζόμενος δεν θα μπορεί στο μέλλον να ισχυριστεί και να αποδείξει την υπερωριακή απασχόληση του.
Τέλος το νομοσχέδιο περιλαμβάνει πολλές αλλαγές στο συνδικαλιστικό νόμο με κατεύθυνση την δυσχέρανση της άσκησης του δικαιώματος της απεργίας. Συνοπτικά πέραν της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας για την κήρυξη απεργίας, θεσπίζεται η υποχρέωση των εργαζομένων να προειδοποιούν για αυτήν με αναλυτική αναφορά των αιτημάτων και των λόγων που την δικαιολογούν . Αυτό οδηγεί στην αύξηση των πιθανοτήτων να κηρυχθεί παράνομη ή καταχρηστική μια απεργία , αν το δικαστήριο κρίνει μη εύλογους τους λόγους κήρυξης της. Υποχρεώνει τους εργαζομένους σε Δημόσιο, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, να έχουν κατά την απεργία, προσωπικό στοιχειώδους λειτουργίας 40%. Πως μπορεί μια απεργία να πετύχει τους σκοπούς της αν , βάσει νόμου, οι μισοί εργαζόμενοι απαγορεύεται να απεργήσουν; Τι πίεση μπορεί να ασκηθεί στον εργοδότη ή στο κράτος αν δεν μπορεί η απεργία να δυσχεράνει μερικώς την παραγωγική διαδικασία; Γιατί είναι απαραίτητη αυτή η διάταξη; Έρχεται με το πρόσχημα της προστασίας του κοινωνικού συνόλου από την απεργία. Πότε έγινε απεργία με προσωπικό ασφαλείας στο παρελθόν και δημιουργήθηκαν προβλήματα λόγω μικρότερου ποσοστού προσωπικού ασφαλείας; Δεν ισχύει ήδη βάσει νόμου , η δυνατότητα επίταξης αν υπάρχει βλάβη στο κοινωνικό σύνολο από την απεργία; Το υπάρχον πλαίσιο περιέχει όλα τα εργαλεία αποφυγής υπερβολών κατά την κήρυξη και ισχύ της απεργιακής κινητοποίησης, αφού στο άρθρο 294 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται ρητά η τιμωρία της εκ προθέσεως και χωρίς προειδοποίηση παρακώλυσης της λειτουργίας κοινωφελών εγκαταστάσεων. .
Πέραν αυτών , στο νομοσχέδιο προβλέπεται πως απαγορεύεται η άσκηση ψυχολογικής βίας (και σωματικής αλλά αυτό είναι αυτονόητο και απαγορευόταν και πριν) από τους εργαζομένους που απεργούν, και πως αν λάβει χώρα τέτοια συμπεριφορά , η απεργία θα καθίσταται παράνομη. Με ποια κριτήρια θα διαχωρίζεται η προσπάθεια των εκπροσώπων των εργαζομένων να πείσουν συναδέλφους τους για συμμετοχή στην απεργία από την άσκηση ψυχολογικής βίας; Υπάρχει ο κίνδυνος , η διάταξη αυτή, όπως φέρεται , να αποτελέσει μοχλό απεργοσπασίας , αφού η εκάστοτε εργοδοσία θα προσπαθεί να «βαφτίσει» την μαχητική συνδικαλιστική δραστηριότητα ως άσκηση ψυχολογικής βίας. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο , συγκεκριμένα το άρθρο 332 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την τιμωρία όποιου «εξαναγκάζει τρίτους με χρήση βίας ή απειλής να συμμετάσχουν σε ένωση για την κήρυξη απεργίας».
Οι παραπάνω διατάξεις μαζί με όσες δούμε όταν το νομοσχέδιο έρθει σε διαβούλευση , κινούνται σε δύο κατευθύνσεις με κοινή στόχευση. Από την μια πλευρά στοχεύουν στην ελαστικοποίηση της εργασίας μέσα από την διευθέτηση των ωραρίων σε ατομική βάση και την υποτίμηση της αξίας της μέσα από την έκπτωση των αμοιβών των υπερωριών και από την άλλη πλευρά στην συρρίκνωση των συλλογικών εργαλείων αντίδρασης των εργαζομένων στην εργοδοτική αυθαιρεσία