Ο φετινός εορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς είναι βουβός. Ούτε μεγάλες πορείες θα γίνουν ούτε διεκδικητικό πλαίσιο υπάρχει από τους επίσημους εκπροσώπους των εργαζομένων. Αντιθέτως ο κόσμος της εργασίας περιμένει με ανησυχία το πολυδιαφημισμένο «άνοιγμα της οικονομίας» με την ελπίδα η επόμενη Δευτέρα να μην μείνει στην ιστορία ως η «μαύρη Δευτέρα» της μεταπολίτευσης. Από την ημέρα που εισέβαλλε στην καθημερινότητα μας η πανδημία του κορονοϊού, όλη η χώρα βρίσκεται σε μια αέναη περιδίνηση ανάμεσα στον φόβο για την δημόσια και ατομική υγεία από τη μία και στην οικονομική και εργασιακή ανασφάλεια από την άλλη.

«Νομοθετεί από την αρχή ένα νέο εργατικό δίκαιο»

Η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε δομικές παρεμβάσεις στις εργασιακές σχέσεις, ενώ ο Υπουργός Εργασίας κ. Γιάννης Βρούτσης σε τηλεοπτική του συνέντευξη, στην αρχή της υγειονομικής κρίσης, μεγαλόστομα και υπερήφανα διεκήρυξε ότι «νομοθετεί από την αρχή ένα νέο εργατικό δίκαιο». Η διατύπωση την οποία διόλου τυχαία επέλεξε ,δεν προδιαθέτει για έκτακτα και προσωρινά μέτρα αλλά για μέτρα μόνιμα και ενδεικτικά του μοντέλου ανάπτυξης που επιλέγει η κυβέρνηση ως απάντηση στην οικονομική κρίση που δεδομένα θα υπάρχει ως συνέπεια της υγειονομικής κρίσης του κορωνοϊού.

 

Από 1- 18 Μαρτίου χάθηκαν 40.000 θέσεις εργασίας

Ήταν απαραίτητο να γίνουν προσωρινές αλλαγές στην εργατική νομοθεσία; Δεν τίθεται αμφιβολία ότι σε τέτοιες πρωτοφανείς καταστάσεις στραγγαλισμού της αγοράς, κατακόρυφης μείωσης του κύκλου εργασιών του συνόλου της οικονομίας και κινδύνου απώλειας χιλιάδων θέσεων εργασίας, ήταν απαραίτητα έκτακτα μέτρα. Μάλιστα στην περίπτωση της Ελλάδας, τα μέτρα άργησαν, με αποτέλεσμα να χαθούν από 1 Μαρτίου έως 18 Μαρτίου 40.000 θέσεις εργασίας. Το εργατικό δίκαιο της «κανονικότητας» επιτρέπει τις απολύσεις ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ειδικά μετά την κατάργηση της διάταξης για την βασιμότητα του λόγου απόλυσης, που έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 2019, ενώ η ακυρότητα των απολύσεων κρίνεται μόνο στις δικαστικές αίθουσες, οι οποίες είναι ακόμα κλειστές (για την εκδίκαση εργατικών διαφορών) στην παρούσα φάση λόγω της πανδημίας.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι η κατεύθυνση που έχουν τα μέτρα που έλαβε και λαμβάνει σε ενεστώτα χρόνο η κυβέρνηση, πόσο επαρκή είναι, ποιούς έχουν ως προτεραιότητα να προστατεύσουν και ποια ημερομηνία λήξης έχουν; Στα ερωτήματα αυτά οι μέχρι τώρα απαντήσεις που έχουμε πάρει, μέσα από τη θέσπιση των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου και των Υπουργικών αποφάσεων, εύλογα γεννούν καχυποψία.

Ας προχωρήσουμε, όμως, σε μια σύντομη επισκόπηση των βασικών μέτρων, που έλαβε η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης του κορωνοϊού στην οικονομία και στην εργασία.

Αναστολή για το «Εργάνη» και εργαζόμενοι

Προχώρησε στην αναστολή της υποχρέωσης των εργοδοτών να καταχωρούν στο σύστημα «Εργάνη» τις αλλαγές ή τροποποιήσεις ωραρίων των εργαζομένων και την υπερωριακή απασχόληση τους με πρόσχημα τις «ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν». Αρχικά θεσπίστηκε ότι οι αλλαγές θα αναγγέλλονται εντός του πρώτου δεκαημέρου του επόμενου μήνα από τον μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Ήδη όμως μετά από αλλεπάλληλες παρατάσεις, η προθεσμία του εργοδότη να αναγγείλει τις αλλαγές ωραρίου που έχει κάνει από 15 Μαρτίου κατέληξε να είναι η 31η Μαΐου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν είναι δυνατός πλέον ο έλεγχος -και ο καταλογισμός προστίμου σε περίπτωση παράβασης- για πιθανή παράνομη απασχόληση πέραν του συμβατικού ωραρίου του εργαζομένου: υπερωριακή απασχόληση ή απασχόληση κατά την έκτη ημέρα και Κυριακή, καθώς ο εργοδότης που θα βρεθεί –στα πλαίσια πιθανού ελέγχου- να απασχολεί εργαζόμενο του πέραν του ωραρίου του θα μπορεί εύκολα να ισχυριστεί ότι θα δήλωνε την τροποποίηση νομίμως μεταγενέστερα. Κρίσιμο είναι αν η αλλαγή αυτή θα ισχύσει αυστηρά για την περίοδο της υγειονομικής κρίσης ή αν θα παραμείνει για μικρό ή μεγάλο διάστημα και μετά τον τερματισμό αυτής.

Στην δεύτερη περίπτωση θα αποτελέσει κίνητρο για ένταση των αυθαιρεσιών στους χώρους εργασίας και σε συνδυασμό με την εργασιακή ανασφάλεια, που ενδέχεται να επικρατήσει το επόμενο διάστημα, θα λειτουργεί ως λόγος ανοχής των εργαζομένων στην καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους. Ήδη, τις τελευταίες εβδομάδες, παρατηρήθηκε με ένταση το φαινόμενο, ενταγμένες,στους πληττόμενους ΚΑΔ, επιχειρήσεις να δηλώνουν σε αναστολή εργαζομένους τους και ταυτόχρονα να τους απασχολούν παρανόμως και μάλιστα σε εξαντλητικά ωράρια. Αυτό δεν θα συνέβαινε σε αυτήν την έκταση αν δεν έχει δοθεί σήμα με την απουσία κάθε ελεγκτικού μηχανισμού από την αγορά εργασίας το τελευταίο δίμηνο. Μάλιστα, στην δεύτερη φάση της υγειονομικής κρίσης, δόθηκε στις επιχειρήσεις και με υπουργική απόφαση, η δυνατότητα να ανακαλούν για «επείγουσες και εξαιρετικές ανάγκες» εργαζόμενους τους από το καθεστώς της αναστολής, και μετά την λήξη των «επειγουσών αναγκών» να τους επαναφέρουν σε αναστολή. Η τελευταία διάταξη συνιστά την επιτομή της ελαστικής σχέσης εργασίας, καθώς περιγράφει ένα μόρφωμα απασχόλησης, όπου ο εργαζόμενος οφείλει να είναι μονίμως σε ετοιμότητα, χωρίς να μπορεί να προγραμματίσει την ζωή του, ενώ ο εργοδότης έχει τις ελάχιστες υποχρεώσεις και την απόλυτη ευελιξία στην επιλογή των όρων εργασίας.

Θεσμοθέτηση της δυνατότητας αναστολής των συμβάσεων εργασίας

Προκειμένου να απαλλάξει τις επιχειρήσεις, που είτε έκλεισαν με υπουργική απόφαση είτε υπολειτουργούν (όπως οι περισσότερες σήμερα) λόγω συρρίκνωσης του κύκλου εργασιών τους, από το ομολογουμένως δύσκολα εξυπηρετήσιμο κόστος καταβολής των μισθοδοσιών, θεσμοθέτησε τη δυνατότητα αναστολής των συμβάσεων εργασίας. Παράλληλα , αλλά μόνο τις επιχειρήσεις που έχουν παραμείνει ανοιχτές αλλά υπολειτουργούν (ΚΑΔ πληττόμενων επιχειρήσεων) θέσπισε απαγόρευση των απολύσεων στο μέλλον (μετά την λήξη της αναστολής σύμβασης) για διάστημα ισόχρονο της διάρκειας της αναστολής. Ανέλαβε δε η πολιτεία να καταβάλλει έναντι μισθού το ποσό των 800 ευρώ για το διάστημα 45 ημερών από 15 Μαρτίου έως 30 Απριλίου του 2020, δηλαδή 533 ευρώ το μήνα. Ενώ άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των χωρών του Νότου που δεν διακρίνονται για την δημοσιονομική τους άνεση, αναπλήρωσαν σε μεγάλο βαθμό τα εισοδήματα των μισθωτών από τα αποθεματικά τους, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να καταβάλλει ποσό μικρότερο από τον κατώτατο μισθό.

Συγκεκριμένα, η υπερφιλελεύθερη κυβέρνηση Τζόνσον στην Μεγάλη Βρετανία (δεν συγκρίνω προφανώς την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, όπου η ελληνική κυβέρνηση μέχρι στιγμής έχει κατά κοινή ομολογία διαχειριστεί ευτυχώς αποτελεσματικότερα από άλλες χώρες) επιδότησε το 80% των μισθών στους μισθωτούς και το 80% των κερδών στους ελεύθερους επαγγελματίες έως και 2.500 λίρες το μήνα για τρεις μήνες. Είτε στις υπόλοιπες ανεπτυγμένες χώρες υπάρχουν «λεφτόδεντρα» είτε η ελληνική κυβέρνηση είχε εξ αρχής οριοθετήσει λανθασμένα ή τουλάχιστον μεροληπτικά τις προτεραιότητες της. Ακόμα και αν προσπεράσουμε το χαμηλό ποσοστό αναπλήρωσης των αποδοχών, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η πολιτεία έχει μέχρι στιγμής εξαιρέσει από την επιδότηση τις συνήθεις ανυπεράσπιστες περιπτώσεις υποκρυπτόμενης σχέσης εργασίας, τους εργαζόμενους με μπλοκάκι και τους απασχολούμενους με εργόσημο. Οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι επίσης παρέμειναν «αόρατοι» για την κυβέρνηση, καθώς ενώ οι επιχειρήσεις, στις οποίες πραγματικά παρέχουν την εργασία τους, έχουν διακόψει δραστηριότητα, οι επιχειρήσεις με τις οποίες έχουν σύμβαση εργασίας, είχαν εξαιρεθεί από τους πληττόμενους ΚΑΔ, με αποτέλεσμα να απολύονται ελεύθερο το διάστημα της υγειονομικής κρίσης και μην δικαιούνται το επίδομα των 800 ευρώ.

Το 50% του προσωπικού τους σε σύστημα εκ περιτροπής εργασίας

Θέσπισε από την αρχή της υγειονομικής κρίσης τη δυνατότητα του εργοδότη με μονομερή του απόφαση να λειτουργεί την επιχείρηση του με προσωπικό ασφαλείας και να θέτει έως και το 50% του προσωπικού τους σε σύστημα εκ περιτροπής εργασίας με απασχόληση τις μισές ημέρες του μήνα. Μισές ημέρες σημαίνει βέβαια και μισές αποδοχές. Δυνατότητα μονομερούς επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ίσχυε βέβαια στο εργατικό μας δίκαιο ήδη από την θέση σε ισχύ του ν. 3846/2010. Η διαφορά με την προηγούμενη διάταξη είναι ότι αυτή προέβλεπε προηγουμένως διαβούλευση με τους εργαζομένους και ότι δεν επιτρεπόταν ταυτόχρονα μια σύμβαση να είναι και εκ περιτροπής (λιγότερες ημέρες) και σύμβαση μερικής απασχόλησης.

Η καινοτομία της νέας διάταξης είναι ακριβώς αυτή, ότι δηλαδή ο εργοδότης μπορεί να μετατρέψει μονομερώς (πριν μπορούσε μόνο με συναίνεση) μια σύμβαση μερικής απασχόλησης (π.χ. τετράωρης ημερήσιας απασχόλησης) παράλληλα σε σύμβαση εκ περιτροπής εργασίας, δηλαδή απασχόλησης μισές μέρες το μήνα. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος θα απασχολείται 12 ημέρες το μήνα με τετράωρο ημερήσιο ωράριο, δηλαδή με αναφορά στο κατώτατο μισθό να λαμβάνει αποδοχές από 180 έως 200 ευρώ το μήνα, πολύ λιγότερα από έναν εργαζόμενο που βρίσκεται σε αναστολή σύμβασης. Ενώ η διευκρινιστική υπουργική απόφαση περιόρισε το δικαίωμα αυτό μόνο στις πληγείσες επιχειρήσεις (ΚΑΔ που έχει ανακοινώσει το Υπουργείο Οικονομικών ως πληγείσες δραστηριότητες), δεν αναίρεσε το δικαίωμα στις υπόλοιπες επιχειρήσεις, που δεν έχουν πληγεί, να προχωρήσουν μονομερώς σε μετατροπή τη σύμβασης σε εκ περιτροπής, βάσει της διάταξης του ν. 3846/2010, η οποία δεν έχει καταργηθεί και ισχύει παράλληλα, με μόνη διαφορά ότι δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και μερική απασχόληση. Επίσης έχει προβλεφθεί το δικαίωμα, οι επιχειρήσεις μπορούν να αναστείλουν τις συμβάσεις της πλειοψηφίας των εργαζομένων και ταυτόχρονα να θέσουν σε σύστημα εκ περιτροπής το εναπομείναν προσωπικό.

Χθες η κυβέρνηση ανακοίνωσε γενίκευση και μονιμοποίηση του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας αναφέροντας αόριστα ότι το κράτος θα επιδοτεί μέρος των διαφυγόντων αποδοχών του εργαζομένου. Επιλέγεται και στη χώρα μας η γερμανικής πατέντας λύση του Kurzarbeit (εργασία βραχείας διάρκειας). Προφανώς και η επιδότηση μέρους των αποδοχών (επίδομα εργασίας μικρής διάρκειας) είναι θετικό μέτρο- ασπιρίνη στο πρόβλημα, αλλά δεν θα διαρκέσει για πάντα. Αντιθέτως, η δυνατότητα της επιχείρησης μονομερώς να επιβάλλει μειωμένο ωράριο και λιγότερες μέρες εργασία, ήρθε για να μείνει. Ο ανθρωπότυπος του μελλοντικού εργαζομένου θα είναι μισθωτός με 4ώρο και εργασία 3 ημέρες την εβδομάδα. Το μέλλον της εργασίας προδιαγράφεται υπερελαστικοποιημένο. Δεν χαρακτηρίζεται πλέον από flexicurity (ευελιξία με ασφάλεια), αλλά από ευελιξία με ανασφάλεια (flexibility and insecurity). Θα χαρακτηρίζεται από διαρκή αναδόμηση (restructuring) και απορρύθμιση (deregulation) ως δείγμα ενσωμάτωσης του εργασιακού μοντέλου στους μηχανισμούς των «δυναμικών» και «ευέλικτων» κοινωνιών που διαμορφώνονται στα πλαίσια της επιταχυνόμενης, και λόγω της επέλασης του κορωνοϊού, καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Ασφαλιστικές εισφορές και απολύσεις

Οι χαμηλές αποδοχές των εργαζομένων σημαίνουν και χαμηλές ασφαλιστικές εισφορές με ότι αυτό συνεπάγεται και για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και για το συνταξιοδοτικό μέλλον των εργαζομένων.

Σχετικά με την απαγόρευση απολύσεων, από Δευτέρα αυτή ισχύει μόνο για τις επιχειρήσεις που είτε άνηκαν στους πληττόμενους ΚΑΔ και έκαναν χρήση της αναστολής συμβάσεων είτε είχαν κλείσει με υπουργική απόφαση, πλέον ανοίγουν και επιλέγουν να κάνουν χρήση της αναστολής σύμβασης. Επιχειρήσεις που είχε διακοπεί η λειτουργία τους, ανοίγουν και δεν επιλέξουν να εντάξουν εργαζομένους σε καθεστώς αναστολής σύμβασης, μπορούν ελεύθερα να απολύσουν. Δεδομένου ότι την Δευτέρα, επιστρέφουν περίπου 70.000 εργαζόμενοι σε 26.000 περίπου επιχειρήσεις που θα επαναλειτουργήσουν, το «άνοιγμα» θα είναι ένα πρώτο crash test για την έστω και προσωρινή αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών μέτρων στον στόχο της αποφυγής των απολύσεων. Οι επιχειρήσεις που δεν έκλεισαν και δεν έχουν χαρακτηριστεί πληττόμενες, οι οποίες αποτελούν περίπου το 19% των επιχειρήσεων σε εθνικό επίπεδο, μπορούν επίσης ελεύθερα να απολύουν εργαζομένους για να προσλάβουν, εκμεταλλευόμενες την ανασφάλεια, φθηνότερο εργατικό δυναμικό.

Το σύστημα της εξ αποστάσεως εργασίας

Επίσης παρατάθηκε έως 31 Μαΐου, η διάταξη που εισήχθη με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 της Π.Ν.Π. της 11.3.2020 (ΦΕΚ Α' 55), και προέβλεψε την δυνατότητα των επιχειρήσεων - εργοδοτών που πλήττονται σημαντικά λόγω των αρνητικών συνεπειών του φαινομένου του κορωνοϊού COVID -19, να επιβάλουν με απόφασή τους (μονομερώς) το σύστημα της εξ αποστάσεως εργασίας, καθορίζοντας ότι η εργασία που παρέχεται από τον εργαζόμενο, στον προβλεπόμενο από την ατομική σύμβαση τόπο εργασίας, θα πραγματοποιείται, με το σύστημα της εξ αποστάσεως εργασίας, ώστε ο εργαζόμενος να μπορεί να συνεχίζει να παρέχει την εργασία του χωρίς να απαιτείται η φυσική του παρουσία στον τόπο εργασίας. Κυριότερη δε μορφή εξ αποστάσεως εργασίας αποτελεί η τηλεργασία η επιλογή της οποίας αποτελεί εν προκειμένω διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, το οποίο του δίνει την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της.

Η δυνατότητα δε αυτή του εργοδότη να επιβάλει με απόφασή του (μονομερώς), ως απόρροια του διευθυντικού δικαιώματος, το σύστημα της εξ αποστάσεως εργασίας ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο, έρχεται σε αντίθεση με το μέχρι τώρα υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς το οποίο μεταξύ άλλων προϋποθέτει σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου για την εφαρμογή του. Η τηλεργασία θα αποτελέσει στο μέλλον διαδεδομένη μορφή παροχής εργασίας και θα ανακύψουν ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή της. Δεδομένου ότι η εργασία δεν θα παρέχεται στον τόπο της επιχείρησης, δεν θα είναι δυνατό να εξακριβωθεί τυχούσα υπερωριακή απασχόληση, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να μην πληρώνεται για το σύνολο των ωρών απασχόλησης του και να μην μπορεί να ελεγχθεί η εργοδοτική αυθαιρεσία.

Οι επιχειρήσεις, το κόστος τους και οι εργαζόμενοι

Προφανώς και είναι κομβικό για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και των μακροπρόθεσμων συνεπειών της, να στηριχθούν οι επιχειρήσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επιχειρήσεις (και κυρίως οι μικρομεσαίες) με τον τζίρο στο ναδίρ, χρειάζονται προσωρινά μια ευελιξία στα ωράρια των εργαζομένων. Είναι δεδομένο ότι τα αποθεματικά τους στις πιο πολλές περιπτώσεις, δεν αρκούν για να καλύπτουν τους μισθούς στο άμεσο μέλλον, ειδικά αν υπάρξει δεύτερο κύμα επέλασης της πανδημίας του κορωνοϊού. Δεν πρέπει, όμως, το κόστος της στήριξης των επιχειρήσεων να το πληρώσουν οι εργαζόμενοι. Αυτό, πέραν του κοινωνικού ζητήματος που θα ανακύψει, θα κάνει ζημιά πρωτίστως στην οικονομία, καθώς χωρίς αγοραστική δύναμη στους πολλούς, η ζήτηση θα καταρρεύσει. Αν δεν ληφθούν από τώρα οριζόντια και εμπροσθοβαρή μέτρα ενίσχυσης με ισορροπημένο τρόπο και των επιχειρήσεων και των εργαζομένων, άμεσα θα ξεσπάσει άνευ προηγουμένου οικονομικό-κοινωνική κρίση και η ανεργία θα ξεπεράσει τα «ρεκόρ» της Μνημονιακής περιόδου. Στην αντιμετώπιση της σημερινής πολυεπίπεδης κρίσης δεν χωρούν ιδεοληψίες.

Το κράτος οφείλει να είναι παρών όχι μόνο σήμερα, αλλά και αύριο. Η ανάταξη της οικονομίας και η προστασία της κοινωνικής ειρήνης περνάει από μέτρα που πρέπει να ληφθούν τώρα. Να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα στις εργασιακές σχέσεις έχουν πρόσκαιρο χαρακτήρα και να δοθούν ισχυρά κίνητρα για αποφυγή απολύσεων και αυθαιρεσιών. Να μην αφεθούν να λειτουργήσουν ανεξέλεγκτες οι εκκαθαριστικές δυνάμεις της αγοράς την επόμενη μέρα. Να ενεργοποιηθούν οι ελεγκτικού μηχανισμοί ώστε να χαλιναγωγηθεί η εργοδοτική παραβατικότητα. Οι επιχειρήσεις που σήμερα στηρίζονται να δεσμευθούν για διατήρηση των θέσεων εργασίας και των όρων των συμβάσεων. Χρειάζεται να εκπονηθεί άμεσα γενναίο πρόγραμμα δημοσιονομικών παρεμβάσεων, δημοσίων επενδύσεων και κρατικών εγγυήσεων για την επόμενη ημέρα.

Επίκαιρο το μήνυμα της Πρωτομαγιάς

Για τους παραπάνω κινδύνους που αναλύσαμε , είναι επίκαιρο όσο ποτέ το μήνυμα της εργατικής Πρωτομαγιάς. Ένα μήνυμα που πρέπει να μετουσιωθεί σε ρεαλιστικές πολιτικές προτάσεις και να υπερκεράσει τους γνωστούς συνήθεις υπόπτους, όπως ο ΣΕΒ, που σπεύδουν να υπερθεματίσουν θέσεις όπως η μείωση του κατώτατου μισθού, η διευκόλυνση των απολύσεων και η μονιμοποίηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας. Είναι δεδομένου ότι υπάρχουν δυνάμεις που θα προσπαθήσουν να μετατρέψουν την κρίση σε ευκαιρία για κάρπωση υπερκέρδους. Απαιτείται εγρήγορση από τον κόσμο της εργασίας, οργάνωση και ανακαίνιση του συνδικαλιστικού κινήματος που αν παραμείνει ουραγός των εξελίξεων απλά θα παρακολουθεί αδύναμο την δεύτερη και οριστική μετά την περίοδο του Μνημονίου διάλυση των εργασιακών σχέσεων.